Κατδίκη της Κύπρου από το ΕΔΑΔ 24407/04 Ο Ονουφρίου υπέστη βασανισμό και εξευτελιστική μεταχείριση από το κράτος….ΔΕν πιστεύκω ούτε λέξη από όσα λέει ο Ιωνάς και η αστυνομία περί επικινδυνότητας G3 κλπ του, όλως τυχαίως μετά τα του ΓΣΠ!!! Ο μόνος επικίνδυνος είναι το κράτος και η αστυνομία

Στις ειδήσεις του ΡΙΚ σήμερα άκουσα και είδα τον τύπο που κάμνει τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας τάξης Ιωνά Νικολάου να αναφέρεται στον πολύ επικίνδυνο Ονουφρίου που διέφυγε με ένα g3 στα χέρια ολόκληρου ουλαμού  με swat team και να δείχνει εικόνες από 3!!! pajero με κυπρέους αστυνομικούς να φορούν κουκούλες!!!!! τζαι να κρατούν ……..ασπίδες!!!! και να βρίσκονται ακροβολισμένοι σε πολυκατοικίες με …κουκκούλες!!!!

 

WTF!

Και καπάκι ακούμε τον εκπρόσωπου τύπου της αστυνομίας να μας λέει ότι πήγαν να κάνουν έρευνα στο σπίτι του και ότι και καλά ο Ονουφρίου κατάφερε να ξεφύγει από όλο αυτό το τσίρκο πεζός με ένα G3 στο χέρι

και μετά καπάκι να ακούμε ξανά τον τύπο που κάμνει τον υπουργό δικαιοσύνης να μας λέει ότι πρόκειται για εξαιρετικά επικίνδυνο άνθρωπο και μπλα μπλα

Θέλω να τονίσω όσο πιο εμφαντικά μπορώ ότι δεν πιστεύκω ούτε λέξη και σας προτρέπω να μην τους πιστεύκετε και εσείς

Όταν άκουσα πχ ότι τάχα έγινε απόπειρα δολοφονίας εναντιον του Γενικού Εισαγγελέα πριν κανα δυο χρόνια παρολίον να ππέσω να φιρτώ που τα γέλια χαμαί ακριβώς όπως θα έππεφτα να φιρτώ όταν αποκαλύφθηκε ότι τάχα ανακαλύφθηκεν TNT στον δρόμο για το …Κελλάκι που τάχα ήθελαν να δολοφονήσουν τον δημήτρη μας το καμάρι μας χριστόφκια μας!!

 

μιλαμε για πολυν γέλιο

Τελικά το γέλιο μου επιβεβαιώθηκε πλήρως όταν λίγο καιρό μετά όλες οι έρευνες και οι διαδικασίες για την τάχα απόπειρα κατά του τότε γενικού εισαγγελέα σταμάτησαν ως ανακοινώθηκε

και όλως ξαφνικά σήμερα ΜΕΤΑ ΤΑ ΟΣΑ ΕΓΙΝΑΝ ΣΤΟ ΓΣΠ και με τον πανικόβλητο ιωνά που κάμνει τον υπουργό να μας λέει ότι δεν πρέπει να παραιτηθεί γιατί δεν λαμβάνει μέρος στις .΄… επιχειρήσεις….  WTF!!!  λες και η πολιτική ευθύνη έχει τούτην την έννοια!!

άρα ουσιαστικά αυτό που μας λέει είναι ότι ποτέ και κανένας υπουργός δεν θα πρέπει να παραιτείται αφού ουσιαστικά δεν είναι αυτός που διευθύνει το τι κάνουν οι υπαλλήλοι εργαζόμενοι του κάθε τομέα

 

και επανερχόμαστε…ο κύριος Ιωανάς μας, μας είπε ότι ο Ονουφρίου ειναι πάρα πολύ επικίνδυνος και μπλα μπλα

 

για μένα είναι ΔΕΔΟΜΕΝΟ ότι αυτό το σκηνικό είναι πέρα για πέρα στημένο

μια μικρή πληροφορία που σίγουρα αγνοείται παντελώς και κανένας δημοσιοκάφρος δεν θα σας πει

 

Ο Ονουφρίου καταδίκασε την Κύπρο στο ΕΔΑΔ

και μάλιστα το ΕΔΑΔ καταδίκασε την Κύπρο ουσιαστικά φτύνωντας ξεκάθαρα τα παραμύθια και τα ασύστολα ψέματα που προσπάθησε να πείσει

 

Εδώ είναι η απόφαση του ΕΔΑΔ

http://hudoc.echr.coe.int/sites/eng/pages/search.aspx?i=001-96547#{«itemid»:[«001-96547»]}

CASE OF ONOUFRIOU v. CYPRUS

 

(Application no. 24407/04)

και εδώ η επίσημα μετάφραση του

http://webcache.googleusercontent.com/search?client=opera&q=cache:7nE1vrGSYcYJ:http://www.cyprusbarassociation.org/v1/files/cases/onoufriou.doc%2Bονουφρίου+εναντίον+κύπρου+καταδίκη&oe=UTF-8&hl=el&&ct=clnk

Ο άνθρωπος αυτός βασανίστηκε και εξευτελίστηκε, στερήθηκε την οικογένεια του και παρέμεινε στην απομόνωση σε ένα σκοτεινό κελί επί 47 μέρες!!

Το ΕΔΑΔ απέρριψε παντελώς τα ψέματα του κυπριακού κράτους σε σχέση με τις συνθήκες κράτησης του

εδώ ένα απόσπασμα από τους ισχυρισμούς του Ονουφρίου ενώπιον του Δικαστηρίου

2. Η περιγραφή των συνθηκών απομόνωσης από τον αιτητή

 

 

Ο αιτητής αμφισβήτησε την περιγραφή των συνθηκών απομόνωσής του από την Κυβέρνηση. Ισχυρίστηκε ότι μετά την επιστροφή του στις φυλακές στις 21 Σεπτεμβρίου 2003 περιορίστηκε σε ένα κρύο, υγρό κελί κατ ‘ανώτατο όριο πέντε τετραγωνικών μέτρων χωρίς τρόφιμα, νερό ή κατάλληλο ρουχισμό. Το κελί δεν είχε εξωτερικό παράθυρο και το παράθυρο της πόρτας του κελιού ήταν σημαντικά μικρότερο από ό,τι η Κυβέρνηση είχε ανακοινώσει. Η δυνατότητα του αιτητή να χρησιμοποιεί την τουαλέτα ή να κάνει ντους ήταν υπερβολικά περιορισμένη: για τις πρώτες τέσσερις ημέρες της απομόνωσης του ήταν αναγκασμένος να χρησιμοποιεί ένα άδειο  μπουκάλι νερό για να ουρεί και  νάιλον σακούλες για άλλες ανάγκες.  Αυτά παρέχονταν στον αιτητή από αξιωματικό των φυλακών μέσω του μικρού παραθύρου πάνω από την πόρτα του κελιού. Λόγω του κρύου, το χέρι και ο ώμος του είχαν παγώσει και υπέφερε από πόνους, αλλά η ιατρική λειτουργός  δεν είχε την άδεια από τις αρχές φυλακών να τού παράσχει παυσίπονα. Εντούτοις τού χορηγήθηκε  αντιφλεγμονώδες πήκτωμα από την ιατρική γιατρό, με δικά της έξοδα. Στηριζόμενος στο ημερολόγιο των φυλακών που παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο από την Κυβέρνηση, ο αιτητής δήλωσε ότι δεν τού επιτρεπόταν να πηγαίνει στην τουαλέτα πριν από τις 24 Σεπτεμβρίου 2003 ή να τρώει και δεν είχε την ευκαιρία να κάνει ντους πριν από τις 25 Σεπτεμβρίου 2003, αν και τού δινόταν  κάπου κάπου  εμφιαλωμένο νερό και κανένα μήλο μέσω του μικρού παραθύρου του κελιού του από υπάλληλο των φυλακών. Δεν είχε καμία πρόσβαση στις εφημερίδες, τα βιβλία ή την τηλεόραση. Περαιτέρω, δεν παρακολουθείτο τακτικά από γιατρό και δεν τού επιτρεπόταν να εξέρχεται τακτικά  του κελιού του για μισή ώρα το πρωί και μισή ώρα το απόγευμα, όπως απαιτείται από τους σχετικούς κανονισμούς.

13.   Ενόσω βρισκόταν στην απομόνωση, δεν επιτρεπόταν στον αιτητή να έχει επισκέψεις από την οικογένειά του ή να κάνει τηλεφωνήματα. Όσον αφορά στους ισχυρισμούς της Κυβέρνησης ότι δεν είχε ζητήσει να κάνει τηλεφωνήματα, ο αιτητής απάντησε ότι δεν ήταν στην πρακτική των αρχών φυλακών να λαμβάνουν επίσημες αποφάσεις που να απορρίπτουν  εγγράφως αιτήματα για τηλεφωνικές κλήσεις, ότι δεν υπήρχαν τηλεφωνικοί θάλαμοι στην πτέρυγα υψίστης ασφαλείας και, ότι  εν γένει, οι κρατούμενοι δεν είχαν τη δυνατότητα να λαμβάνουν κλήσεις από τον έξω κόσμο. Δεν είχε καμία επαφή με την οικογένειά του στη φυλακή κατά τη διάρκεια της απομόνωσής του και καμία επαφή δεν ήταν δυνατή κατά τη διάρκεια των επισκέψεων στο δικαστήριο.Ειδικότερα, όταν παρευρέθηκε στις ακροάσεις ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου  Λεμεσού, κρατήθηκε στις φυλακές του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού. Μόνο μετά τη λήξη της απομόνωσής του είχε τη δυνατότητα να βλέπει την οικογένεια και τους φίλους του κατά τις ακροάσεις του δικαστηρίου.

14.  Ο αιτητής επίσης ισχυρίστηκε ότι η πτέρυγα υψίστης ασφαλείας χρησιμοποιείτο για να απειλεί ή να τιμωρεί τους κρατουμένους, λαμβανομένων υπόψη  των συνθηκών που επικρατούσαν και, και ιδιαίτερα, λόγω του γεγονότος ότι ένας άλλος κρατούμενος μπορούσε να κτυπήσει άλλους κρατούμενους χωρίς καμία προσπάθεια από πλευράς των αρχών να τους προστατέψουν. Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι είχε κακοποιηθεί κατά αυτόν τον τρόπο σε δύο περιπτώσεις, χωρίς ωστόσο να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες.

3. Το ημερολόγιο φυλακών
15.  Σύμφωνα με τις καταχωρήσεις στο ημερολόγιο φυλακών που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο από την Κυβέρνηση, ο αιτητής επέστρεψε στις φυλακές στις 21 Σεπτεμβρίου 2003. Στις 24 Σεπτεμβρίου 2003, το ημερολόγιο καταγράφει ότι ο αιτητής έφυγε από το κελί  του για να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα, κατόπιν ειδικής ανακοινώσεως που δόθηκε προς στο φρουραρχείο. Την επομένη η καταχώρηση  στο  ημερολόγιο καταγράφει ότι ο αιτητής συναντήθηκε με το Διευθυντή Φυλακών και τού δόθηκε φαγητό.

16.  Ενώ το ημερολόγιο καταγράφει ότι μερικές ημέρες ο αιτητής χρησιμοποίησε την τουαλέτα αρκετές φορές, άλλες μέρες  δείχνει ότι χρησιμοποίησε την τουαλέτα μόνο μία φορά.  Στις 4 Οκτωβρίου 2003, δεν υπάρχει καμία καταγραφή  που να δείχνει ότι ο αιτητής εξήλθε του κελιού  του για να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα. Η πρόσβαση στις εγκαταστάσεις του ντους φαίνεται να ήταν σποραδική: κατά περιόδους έκανε ντους κάθε δύο μέρες αλλά σε άλλες περιπτώσεις, σύμφωνα με το ημερολόγιο, δεν εξήλθε του κελιού  του με σκοπό να κάνει ντους για δύο εβδομάδες. Ομοίως, το ημερολόγιο φυλακών καταγράφει ότι κάποιες ημέρες δόθηκαν στον αιτητή δύο ή τρία γεύματα, ενώ άλλες φορές, φαίνεται ότι  λάμβανε μόνο ένα. Στις 4 Οκτωβρίου 2003, δεν υπάρχει καμία καταχώρηση που να δείχνει ότι ο αιτητής έλαβε οποιοδήποτε γεύμα.

17.  Σύμφωνα με το ημερολόγιο ο αιτητής εξετάσθηκε από τον ψυχολόγο φυλακών τέσσερις φορές: στις 23 και 26 Σεπτεμβρίου και στις 3 και 31 Οκτωβρίου 2003. Εξετάσθηκε από τον ιατρικό λειτουργό των φυλακών στις 7 και 20 Οκτωβρίου 2003. Στις 14 Οκτωβρίου 2003 συναντήθηκε με τον κοινωνικό λειτουργό. Στις 31 Οκτωβρίου 2003, αρνήθηκε να παρευρεθεί σε προγραμματισμένη επίσκεψη για να δει έναν χειρούργο στο Γενικό Νοσοκομείο. 

18.  Το ημερολόγιο καταγράφει  ότι ο αιτητής παρέστη στο δικαστήριο  επτά φορές: στις 10 Οκτωβρίου 2003 για περίπου έξι ώρες,  στις 13 Οκτωβρίου 2003 για περίπου πέντε ώρες,  στις 16 Οκτωβρίου 2003 για περίπου έξι ώρες,  στις 22 Οκτωβρίου 2003 για περίπου οκτώ ώρες,  στις 27 Οκτωβρίου 2003 για περίπου μιάμιση ώρα,  στις 29 Οκτωβρίου 2003 για περίπου επτάμιση ώρες  και στις 4 Νοεμβρίου 2003 για περίπου δύο ώρες.

20.  Υπάρχουν δύο καταχωρήσεις στο ημερολόγιο που αναφέρονται σε άλλα σχετικά γεγονότα. Στις 17 Οκτωβρίου 2003, οδηγήθηκε σε αίθουσα συνδιαλέξεων, όπου παρέμεινε για μια ώρα και είκοσι λεπτά. Στις 4 Νοεμβρίου 2003, συνοδεύθηκε από  λειτουργό φυλακών για να επισκεφθεί τον κ. A.T. και έτσι απομακρύνθηκε από το κελί  του  για περίπου μισή ώρα.

21. Μολονότι ο αιτητής βρισκόταν σε απομόνωση μέχρι τις 7 Νοεμβρίου 2003, μόνο οι καταχωρήσεις μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 2003  από το ημερολόγιο έχουν υποβληθεί από την Κυβέρνηση.

Β. Ποινική και πειθαρχική διαδικασία

22.  Κατά την ημερομηνία της σύλληψης του αιτητή μετά την παράλειψή του να επιστρέψει στη φυλακή, αστυνομική έρευνα άρχισε να διερευνά τα επικαλούμενα αδικήματα που διαπράχθηκαν, ενόσω ο αιτητής βρισκόταν εκτός φυλακών. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, η έρευνα ολοκληρώθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2003 με την υποβολή μηνύσεων κατά του αιτητή για τη διάπραξη αδικημάτων. Ο αιτητής υποστήριξε ότι κατηγορήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2003.

 
23.  Παράλληλα, στις 5 Νοεμβρίου 2003, ο αιτητής κατηγορήθηκε με διάφορες πειθαρχικές παραβάσεις που αφορούν στην παραβίαση των όρων της άδειας εξόδου του. Εντούτοις, η πειθαρχική  διαδικασία δεν ακολουθήθηκε.

24.  Στις 19 Ιουλίου 2005 το Κακουργιοδικείο Λεμεσού καταδίκασε τον αιτητή για  δραπεύτεση από τις φυλακές και για άλλα αδικήματα που συνδέθηκαν με τη δραπέτευσή του. Ο Διευθυντής των  Φυλακών δήλωσε στην κατάθεσή του ενώπιον του δικαστηρίου ότι ο αιτητής οδηγήθηκε σε απομόνωση ώστε να προστατευθεί από άλλους κρατουμένους που ήταν εχθρικοί προς τον αιτητή, λόγω περιορισμών που επιβλήθηκαν στη φυλακή και που επηρέασαν όλους τους κρατουμένους,  συνεπεία  της δραπέτευσης του αιτητή. Στην απόφασή του το δικαστήριο σημείωσε ότι ο αιτητής έκανε δήλωση απόρριψης του κατηγορητήριου αναφορικά με τις πειθαρχικές παραβάσεις, αλλά η διαδικασία δεν ακολουθήθηκε, ούτε έγινε ακρόαση οποιουδήποτε μάρτυρα και ούτε επεβλήθη οποιαδήποτε ποινή. Δεδομένου ότι δεν εκδικάστηκε  καμία δίκη,  δεν λήφθηκε καμία απόφαση και ούτε επεβλήθη οποιαδήποτε ποινή κατά την πειθαρχική διαδικασία, το δικαστήριο συμπέρανε ότι ο περιορισμός του αιτητή δεν θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί ως πειθαρχική ποινή.

 

  1. Ο αιτητής υπέβαλε προσφυγή εναντίον της καταδίκης του ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

26.  Στις 11 Δεκεμβρίου 2007 το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχθηκε την προσφυγή του αιτητή κατά της καταδίκης του για το παράπτωμα  δραπέτευσης, δεδομένου ότι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή βρισκόταν σε προσωρινή άδεια εξόδου και παρέλειψε πολύ απλά να επιστρέψει στις φυλακές μετά τη λήξη της άδειας εξόδου του.

Γ. Η Έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως της 21ης Νοεμβρίου 2003 (αριθ. 1355/2003)

27.  Ο αιτητής, με επιστολή του προς το γραφείο της Επιτρόπου 
Διοικήσεως, ημερ. 6 Οκτωβρίου 2003, παραπονέθηκε για την κράτησή του για υπερβολικό χρονικό διάστημα στην πτέρυγα υψίστης ασφαλείας, ειδικότερα ισχυριζόμενος ότι κατά την περίοδο αυτή δεν μπορούσε να δέχεται επισκέψεις ή να έχει επικοινωνία με την οικογένειά του τηλεφωνικώς ή δια αλληλογραφίας και ότι τού επιτρεπόταν να εξέλθει του κελιού  του μόνο για να πηγαίνει στην τουαλέτα, να κάνει μπάνιο ή να παίρνει το δίσκο του γεύματός του. Στη συνέχεια παραπονέθηκε ότι η επιστολή που απηύθυνε στην Επίτροπο Διοικήσεως, ημερ.  6ης Οκτωβρίου 2003, παραδόθηκε με καθυστέρηση,  αφότου εστάλη από τον Διευθυντή Φυλακών στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.

28.  Σύμφωνα με την έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως, ημερ. 21 Νοεμβρίου 2003, ο αιτητής περιορίστηκε σε πτέρυγα υψίστης ασφαλείας για 47 ημέρες. 
Όταν  επικοινώνησε η Επίτροπος Διοικήσεως, οι αρχές φυλακών δήλωσαν ότι ο αιτητής είχε τεθεί σε απομόνωση για την προστασία του ιδίου, λαμβανομένης υπόψη της πιθανότητας εκδίκησης  από άλλους κρατουμένους, εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων που επιβλήθηκαν σε αυτούς ως αποτέλεσμα της παράλειψης του αιτητή να επιστρέψει από την άδεια εξόδου του. Οι αρχές των φυλακών επιβεβαίωσαν ότι δεν επιτρεπόταν στον αιτητή να δεχθεί οποιεσδήποτε επισκέψεις, τηλεφωνήματα ή αλληλογραφία και ότι επιπλέον, δεν είχε τη δυνατότητα να εξέρχεται του κελιού  του εκτός μόνο για να πλένεται ή  να πηγαίνει στην τουαλέτα και για να λαμβάνει το φαγητό του. Περαιτέρω σημειώθηκε ότι παρόλο που ο Ανώτερος Επιθεωρητής Φυλακών είχε δώσει οδηγίες στις 31 Οκτωβρίου 2003 ώστε ο αιτητής να τεθεί υπό κανονική κράτηση, ο αιτητής  περιορίστηκε στο κελί του μέχρι τις 7 Νοεμβρίου 2003, καθώς οι οδηγίες δεν είχαν καταχωρηθεί στα αρχεία της πτέρυγας αλλά  καταγράφηκαν απλά σε μια κόλλα χαρτί που χάθηκε.

29.  Όσον αφορά στην επιστολή του αιτητή προς την Επίτροπο Διοικήσεως, ημερ. 6 Οκτωβρίου 2003, η έκθεση αναφέρει ότι αντίγραφο της εν λόγω επιστολής, καθώς και αντίγραφα τριών άλλων επιστολών που απευθύνθηκαν σε παραλήπτες  άλλους εκτός από τις αρχές φυλακών, είχαν σταλεί από το Διευθυντή Φυλακών στο Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με σκοπό να ζητήσει οδηγίες ως προς το κατά πόσον οι συγκεκριμένες επιστολές έπρεπε να σταλούν στους προοριζόμενους παραλήπτες. Η Επίτροπος Διοικήσεως έλαβε την επιστολή που εστάλη σε αυτήν  στις 5 Νοεμβρίου 2003.

30.  Η Επίτροπος Διοικήσεως στην έκθεσή της παρατήρησε ότι από το φάκελο δεν φάνηκε ότι ο περιορισμός του αιτητή ήταν πειθαρχικής φύσεως. Επίσης σημείωσε ότι εάν ο περιορισμός του αιτητή ήταν όντως προληπτικό μέτρο ή μέτρο για την προστασία του αιτητή, όπως ισχυρίστηκαν οι αρχές φυλακών, τότε στο πλαίσιο του Κανονισμού 151 (5) των (Γενικών) Κανονισμών των Φυλακών  του 1997 («Οι Περί Φυλακών  Κανονισμοί)  – βλ. περαιτέρω  «Σχετική εσωτερική νομοθεσία και  πρακτική», κατωτέρω) θα είχε απαιτηθεί γραπτή έγκριση του Διευθυντή Φυλακών. Καμία τέτοια έγκριση δεν δόθηκε. Η Επίτροπος Διοικήσεως επομένως έκρινε ότι ο περιορισμός του αιτητή ήταν σωφρονιστικό μέτρο.

31.  Επιπλέον, η Επίτροπος Διοικήσεως δεν πείσθηκε ότι η άρνηση του δικαιώματος του αιτητή να δέχεται επισκέψεις, αλληλογραφία και τηλεφωνήματα, π.χ. με τον οχτάχρονο γιο του, στόχευε την προστασία  του αιτητή από τους συγκρατουμένους του. Παρατήρησε περαιτέρω τα εξής:

 
«Σημειώνεται ότι παρόλο που θεωρητικά η ολοκληρωτική απομόνωση ενός προσώπου σε συνδυασμό με την ολοκληρωτική κοινωνική του απομόνωση δεν είναι αποδεκτή, στην πράξη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχουν επιδείξει ανοχή σε αυτό τον τύπο ολοκληρωτικού περιορισμού σε εξαιρετικές περιστάσεις. Εντούτοις, αυτό έγινε σε περιπτώσεις που συνδέονταν κυρίως με επικίνδυνους τρομοκράτες που είχαν τεθεί υπό κράτηση εν αναμονή της δίκης τους και που τούς επιτρεπόταν να εισέρχονται στην αυλή των φυλακών σε συγκεκριμένη ώρα της ημέρας.»

32.  Η Επίτροπος Διοικήσεως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο περιορισμός του αιτητή για μια συνολική περίοδο 47 ημερών χωρίς το δικαίωμα να εξέρχεται  του κελιού του για μια ώρα ημερησίως όπως προβλέπεται από τους Περί Φυλακών Κανονισμούς, σε σχέση με την άρνηση του δικαιώματος του αιτητή να έρχεται σε επικοινωνία  με την οικογένεια και τους φίλους τους, παραβίασε τους Περί Φυλακών Κανονισμούς και αποτέλεσε παραβίαση των δικαιωμάτων του αιτητή σύμφωνα με τα Άρθρα 3 και 8 της Σύμβασης.

33.  Ως προς το παράπονο του αιτητή σχετικά με την άσκηση ελέγχου επί της  επιστολής, την οποία έστειλε στην Επίτροπο Διοικήσεως,  η τελευταία υπογράμμισε τη σημασία να επιτρέπεται στους κρατουμένους η άμεση και απρόσκοπτη  πρόσβαση στο γραφείο της. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στους    κανονισμούς των ευρωπαϊκών φυλακών και σε μια έκθεση της Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη βασανιστηρίων (βλ. περαιτέρω «Διεθνή υλικά», κατωτέρω), καθώς επίσης και στην υπόθεση Silver and others v. the United Kingdom, (αριθ. 5947/72  6205/73  7052/75  7061/75  7107/75  7113/75  7136/75, Έκθεση της Επιτροπής της 11ης Οκτωβρίου 1980, Decisions and Reports (DR) 9, σελ. 56).

Δ. Έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως,  της 15ης Μαρτίου 2004 (αριθ. 143/2004)
 
34.  Την 1η Ιανουαρίου 2004 ο αιτητής υπέβαλε ειδικό παράπονο στην Επίτροπο Διοικήσεως ενάντια στις Αρχές Φυλακών. Παραπονέθηκε ότι οι αρχές Φυλακών, στις 20 Δεκεμβρίου 2003, είχαν αρνηθεί να επιτρέψουν σε αυτόν  να δώσει στον πατέρα του, ο οποίος τον είχε επισκεφθεί στις φυλακές, επιστολή που απευθυνόταν στην Επίτροπο Διοικήσεως, όπου της  ζητούσε να τού αποστείλει αντίγραφα της μεταξύ τους προηγούμενης αλληλογραφίας. Ο αιτητής υποστήριξε ότι δεν ήθελε να ελέγχεται το περιεχόμενο των επιστολών του που έστελνε προς την Επίτροπο Διοικήσεως από το προσωπικό των φυλακών και ότι για αυτόν τον λόγο είχε αποφασίσει να στείλει την επιστολή αυτή μέσω του πατέρα του. Είχε παραπονεθεί στις 30 Δεκεμβρίου 2003 στο Διευθυντή Φυλακών.

35.  Η Επίτροπος Διοικήσεως, σε έκθεσή της, ημερ. 15 Μαρτίου 2004, επανέλαβε ότι πρέπει να επιτρέπεται στους κρατουμένους να έχουν  απρόσκοπτη πρόσβαση στο γραφείο της. Διαπίστωσε ότι είχαν προκύψει αδικαιολόγητες δυσκολίες και αχρείαστα εμπόδια στην άμεση και απρόσκοπτη επαφή του αιτητή με το γραφείο της, κάτι που είχε δυσμενείς επιπτώσεις στην άσκηση των δικαιωμάτων του. Σημείωσε ότι στις 3 Φεβρουαρίου 2004, σε μια συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, αποφασίστηκε ότι θα τοποθετείτο γραμματοκιβώτιο στις κεντρικές φυλακές, ώστε να επιτρέπεται στους κρατουμένους, ελεύθερα και χωρίς διαδικαστικούς ή ουσιαστικούς περιορισμούς, να υποβάλλουν παράπονα  προς την Επίτροπο Διοικήσεως σχετικά με τις συνθήκες κράτησής τους.

Ε. Άρνηση  απονομής χάριτος

 

36.  Με την επιστολή της 22ης Μαΐου 2004, ο αιτητής ενημέρωσε το δικαστήριο ότι το  Μάιο του 2004, κατόπιν εισηγήσεως του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, απονεμήθηκε σε πενήντα τέσσερεις κρατουμένους  επίσημη χάρη από τον Πρόεδρο, οι οποίοι απολύθηκαν. Ο αιτητής δεν βρισκόταν ανάμεσα στους πενήντα τέσσερεις.

 

 

——
Το κυπριακό κράτος είπε ότι η προσφυγή του θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη γιατί τάχα δεν εξάντλησε τα εσωτερικά ένδικα μέσα, δηλαδή δεν πήγε πρώτα στα κυπριακά δικαστήρια
Το Ευρωπαικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απλά είπε το εξής

54. Όσον αφορά στη δυνατότητα προσφυγής, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, η αίτηση για να υποβληθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να αποδείξει ότι υπήρξε διοικητική ή εκτελεστική απόφαση, πράξη ή παράλειψη υποκείμενη σε προσβολή. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν είναι σαφές ότι η απόφαση του Διευθυντή Φυλακών να θέσει τον αιτητή σε απομόνωση και να περιορίσει  τα δικαιώματα επισκέψεών του ή ότι η απόφαση για έλεγχο  της αλληλογραφίας του αποτελούν πράξεις που επιτρέπουν στο Ανώτατο Δικαστήριο να ασκήσει την αναθεωρητική του δικαιοδοσία. Σε αυτό το σημείο, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, στο πλαίσιο ξεχωριστής αίτησης που κατέθεσε ο αιτητής ενώπιον του Δικαστηρίου (αρ. 42432/07 Andreas Onoufriou v. Cyprus ), ο αιτητής έδωσε λεπτομερή στοιχεία για μια προσπάθειά του να προσβάλει απόφαση του Διευθυντή Φυλακών για περιορισμό του δικαιώματος επισκέψεών του. Σε αυτή την περίπτωση το Ανώτατο Δικαστήριο συμπέρανε ότι η σχετική απόφαση δεν αποτελεί «διοικητική πράξη» που να του επιτρέπει την άσκηση αναθεωρητικής δικαιοδοσίας. Τέλος, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι η Κυβέρνηση δεν αναφέρθηκε σε οποιεσδήποτε κρίσεις ή αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπου  οποιαδήποτε  απόφαση τέτοιου  περιεχομένου στην υπό εξέταση υπόθεση έχει προσβληθεί επιτυχώς δια προσφυγής δυνάμει του  Άρθρου 146 (βλ. Apostol, που αναφέρεται ανωτέρω § 38). Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ότι το Άρθρο 146 του Συντάγματος προσέφερε αποτελεσματική θεραπεία στον αιτητή στο πλαίσιο των παραπόνων του.

 

 

με απλά λόγια ο άνθρωπος αυτός δεν είχε ουσιαστικά τρόπο να πάει σε κυπριακό δικαστήριο  αφού το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο δεν του επέτρεπε καθότι η απόφαση του διευθυντή των κεντρικών φυλακών δεν αποτέλει διοικητική πράξη!!!!! και άρα δεν μπορεί να την προσβάλει

 

 

Στο σημείο θέλω να επικαλεστώ την δική μου μαρτυρία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε πανομοιότυπη υπόθεση με τον Ονουφρίου που παραπονείτο κατά της συνεχιζόμενης κράτησης του στην απομόνωνση μετά την απόφαση του ΕΔΑΔ  όταν τυχαία βρισκόμουν εντός της αίθουσας και έμαθα για πρώτη φορά για αυτή την υπόθεση

 

ο δικαστής του Ανωτάτου και πάλι έλεγε στον Ονουφρίου ότι εξ όσων φαίνεται αυτή η απόφαση δεν είναι διοικητική πράξη!!!!!!

 

θυμάμαι ότι ο Ονουφρίου ανέφερε στον δικαστή την απόφαση του ΕΔΑΔ (την οποία και σημείωσα)

όταν έφευγα είχαμε μια μικρή συνομιλία καθότι θυμήθηκα κάτι σχετικό με μια απόφαση του ΕΔΑΔ που ενδεχομένως να τον βοηθούσε

η εντύπωση που μου προξένησε αυτός ο άνθρωπος ήταν θετική και από όσα γνωρίζω πρακτικά πιστεύω ακράδαντα ότι ο μεγάλος θύτης και επικίνδυνος βασανιστής σε αυτή τηνπερίπτωση δεν είναι ο Ονουφρίου αλλά το ίδιο το κυπριακό κράτος βασανιστής

 

εν τέλει το ΕΔΑΔ απέρριψε πανηγυρικά τις ενστάσεις της κυβέρνησης αποδεχόμενος την προσφυγή του Ονουφρίου

56. Οι αντιρρήσεις της Κυβέρνησης ως προς τη μη εξάντληση των εσωτερικών θεραπειών πρέπει να απορριφθεί. Επιπλέον, έχοντας κατά νου τους ισχυρισμούς των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι το παράπονο δεν είναι προδήλως αβάσιμο κατά την έννοια του Άρθρου 35 § 3 της Σύμβασης. Δεν έχουν εντοπισθεί  άλλοι λόγοι για να κηρυχθεί το εν λόγω παράπονο απαράδεκτο. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί αποδεκτό.

 

 

 

Το ΕΔΑΔ καταδίκασε την κύπρο για παραβίαση του άρθρου 3

 

β. Εφαρμογή των γενικών αρχών στα γεγονότα της υπόθεσης 

 

71. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει, εκ προοιμίου  ότι ο αιτητής δεν είχε ενημερωθεί σε οποιοδήποτε στάδιο επισήμως και γραπτώς τους λόγους της απομόνωσής του ή της προβλεπόμενης διάρκειας της. Δεν του παρασχέθηκε επίσημο αρχείο της απόφασης που να εξουσιοδοτεί την εν λόγω απομόνωση ή οποιαδήποτε παράτασή της. Πράγματι, η Κυβέρνηση δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα ως προς τον τρόπο με τον οποίο ελήφθη η απόφαση αυτή. Η αιτιολόγηση για τον εν λόγω περιορισμό,  η οποία δόθηκε από τις αρχές φυλακών κατόπιν έρευνας της Επιτρόπου Διοικήσεως ήταν ότι ο αιτητής τέθηκε υπό απομόνωση, ώστε να διασφαλιστεί η δική του προστασία. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι αυτός ο λόγος θα μπορούσε να δικαιολογήσει την κράτηση του αιτητή υπό απομόνωση (βλ., τηρουμένων των αναλογιών, Lelièvre v. Belgium, αριθ. 11287/03, § 104, 8 Νοεμβρίου 2007). Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν πείσθηκε από τις μεταγενέστερες εξηγήσεις της Κυβέρνησης σχετικά με τους λόγους απομόνωση του αιτητή – ήτοι, για τη διατήρηση της τάξης, για την πειθαρχία και την προστασία  των συμφερόντων του ίδιου του αιτητή και των άλλων κρατουμένων – δεδομένου ότι όλα αυτά αποτελούσαν την πρώτη εξήγηση που προωθήθηκε στις παρατηρήσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι ο αιτητής τέθηκε υπό απομόνωση για λόγους που παρέμειναν αδιευκρίνιστοι και για τους οποίους δεν του δόθηκε ποτέ καμία εξήγηση. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει συναφώς ότι το μέτρο της απομόνωσης περιορισμού αποτελεί  ένα εκ των πιο σοβαρών μέτρων, τα οποία δύναται να επιβάλλονται σε μια φυλακή. Παρά τη βαρύτητα του εν λόγω μέτρου, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι οι αρχές αξιολόγησαν   όλους τους σχετικούς παράγοντες στην υπόθεση του αιτητή πριν τον θέσουν σε απομόνωση (βλ. Ramishvili and Kokhreidze, που αναφέρεται ανωτέρω § 83). Είναι επίσης σημαντικό το ότι αν και δόθηκε εντολή στις 31 Οκτωβρίου 2003 ώστε να διακοπεί η απομόνωση, η εντολή αυτή χάθηκε, με αποτέλεσμα ο αιτητής να παραμείνει ακόμα  άλλες επτά ημέρες στην απομόνωση αφότου είχε διαταχθεί η απαλλαγή του από την απομόνωση.

72. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει τις συστάσεις που περιέχονται στην έκθεση της CPT μετά την επίσκεψή της στην Κύπρο το 2004. Η CPT θεωρεί ότι κάθε πρόσωπο που τίθεται υπό απομόνωση θα πρέπει να ενημερώνεται γραπτώς για τους λόγους περιορισμού του. Θα πρέπει να τού δίνεται η ευκαιρία να εκφράζει τις απόψεις του, καθώς και θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα προσφυγής στις αρχές εκτός των φυλακών, εφόσον ο ίδιος επιθυμεί να προσβάλει την απόφαση τοποθέτησής του σε κατάσταση απομόνωσης ή παράτασής της. Περαιτέρω, ο περιορισμός θα πρέπει να επανεξετάζεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα και να τερματίζεται όταν πρέπει. Οι Κανονισμοί των Ευρωπαϊκών Φυλακών αναφέρονται επίσης στην ανάγκη για σαφείς διαδικασίες κατά την εφαρμογή των μέτρων απομόνωσης.

73. Είναι σαφές ότι η απομόνωση του αιτητή δεν συνοδεύτηκε από οποιαδήποτε εκ των διαδικαστικών  προληπτικών μέτρων που  απαιτούνται για την προστασία από ενδεχόμενη αυθαίρετη εφαρμογή των υπερβολικά περιοριστικών όρων κράτησης, ανεξάρτητα από τη διάρκεια της απομόνωσης. Το Δικαστήριο παραπέμπει στο πόρισμα της CPT μετά την επίσκεψή της στην Κύπρο, σύμφωνα με το οποίο υπήρχε κενό στους Περί Φυλακών  Κανονισμούς ως προς τα προληπτικά μέτρα, τα οποία θα πρέπει να παρέχονται στα άτομα που βρίσκονται σε απομόνωση. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο υπογραμμίζει την έλλειψη επαρκούς αιτιολόγησης για την κράτηση του αιτητή στην απομόνωση, την αβεβαιότητα αναφορικά με τη διάρκειά της, την αποτυχία να τεθεί σε εφαρμογή ένα αξιόπιστο σύστημα καταγραφής μέτρων απομόνωσης και την αποτυχία να  διασφαλιστεί ότι ο αιτητής δεν θα περιοριζόταν   πέραν του επιτρεπόμενου χρονικού διαστήματος, την απουσία αποδεικτικών στοιχείων ότι οι αρχές προέβησαν σε εξέταση των σχετικών παραμέτρων πριν από το διάταγμα της εν λόγω απομόνωσης και την απουσία κάθε δυνατότητας να προσβληθεί η φύση ή συνθήκες κράτησής του.

74. Όσον αφορά τις υλικές συνθήκες κράτησης του αιτητή, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη  τους διαφορετικούς ισχυρισμούς  των διαδίκων και κρίνει ότι το ημερολόγιο των φυλακών το οποίο υπέβαλε η ίδια η εναγόμενη Κυβέρνηση  θα βοηθήσει ιδιαίτερα στη διευκρίνιση τόσο των υλικών συνθηκών της απομόνωσης του αιτητή και των άλλων περιορισμών που εφαρμόστηκαν κατά την περίοδο της απομόνωσής του, η οποία διήρκεσε 47 ημέρες.

75. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, το ημερολόγιο φυλακών επιβεβαιώνει την άποψη του αιτητή ότι είχε τεθεί σε ένα πολύ περιοριστικό καθεστώς κράτησης για 47 ημέρες. Όπως προκύπτει από το σύνολο των καταγραφών στο εν λόγω ημερολόγιο, το κελί του αιτητή δεν διέθετε ούτε εγκαταστάσεις υγιεινής ούτε τρεχούμενο νερό, με αποτέλεσμα, ο αιτητής να ζητά από τους δεσμοφύλακες να του επιτρέπουν να πηγαίνει στην τουαλέτα. Η εξέταση του ημερολογίου φυλακών αποδεικνύει ότι αρκετές φορές ο αιτητής χρησιμοποιούσε την τουαλέτα μόνο μια φορά την ημέρα, κάτι που φαίνεται να επισφραγίζει  τον ισχυρισμό του ότι κατά τη διάρκεια ορισμένων περιόδων της κράτησής του αναγκαζόταν να χρησιμοποιεί μπουκάλια νερού και νάιλονσακούλες για τις βιολογικές του ανάγκες. Το Δικαστήριο κρίνει την εν λόγω πρακτική ταπεινωτική (βλ. ανωτέρω Cenbauer, § 48).

76. Ως προς τις υλικές συνθήκες του κελιού, η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι είχε εμβαδόν  5.88 μ2, ενώ σύμφωνα με τον αιτητή ήταν λιγότερο από 5 μ2. Ο αιτητής ισχυρίστηκε επίσης ότι έκανε κρύο και είχε υγρασία. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων ως προς τα πραγματικά περιστατικά, λαμβάνει  υπόψη τους ισχυρισμούς των διαδίκων και τις σχετικές διαπιστώσεις της CPT, ώστε να εξετάσει το βαθμό αξιοπιστίας των παραπόνων του αιτητή (Cenbauer, ανωτέρω § 45). Στην έκθεσή της σχετικά με την  Κύπρο, η CPT δεν σχολίασε επί των υλικών συνθηκών των κελιών στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας. Το μόνο που ειπώθηκε ,είναι ότι  οι υλικές συνθήκες  στα κελιά που χρησιμοποιούνται για σκοπούς διοικητικού διαχωρισμού  ή πειθαρχίας στο Κτήριο 8 ήταν επαρκείς. Η Επίτροπος Διοικήσεως, στην έκθεσή της για τα παράπονα   του αιτητή, δεν εξέτασε τις υλικές συνθήκες κράτησης του αιτητή. Ωστόσο, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο αιτητής τραυματίστηκε στον ώμο, κάτι που, όπως ο αιτητής ισχυρίζεται, ήταν αποτέλεσμα του κρύου και της υγρασίας που επικρατούσε στο κελί. Η Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί τον ισχυρισμό αυτό. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ο τραυματισμός του αιτητή φαίνεται να στηρίζει τον ισχυρισμό του ότι το κελί είχε κρύο και υγρασία. 

77. Ως προς το κατά πόσον ο αιτητής τύγχανε κατάλληλης ιατρικής φροντίδας, ενόσω  ήταν υπό απομόνωση, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το ημερολόγιο των φυλακών καταγράφει δύο επισκέψεις από τον ιατρικό λειτουργό. Σημειώνει επιπλέον ότι ο αιτητής αρνήθηκε να παραστεί σε προγραμματισμένη συνάντηση με τον χειρουργό, στις 31 Οκτωβρίου 2003. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί το επίπεδο φροντίδας και προσοχής προς την υγεία του αιτητή, από την πλευρά των αρχών των φυλακών  ανεπαρκές κατά την περίοδο της απομόνωσης του αιτητή. 

78. Ωστόσο, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η CPT σχολίασε με ανησυχία τη μεγάλη  διάρκεια των μέτρων απομόνωσης. Το Δικαστήριο επέκρινε επίσης την έλλειψη ευκαιριών για τους κρατουμένους να εξέρχονται των κελιών τους και να επωφελούνται της δυνατότητας για υπαίθρια άσκηση, τονίζοντας την περίπτωση του αιτητή, η οποία, όπως συμπέρανε, ήταν απαράδεκτη. Όπως προκύπτει από το ημερολόγιο των φυλακών  ο χρόνος που πέρασε ο αιτητής εκτός του κελιού του ήταν περιορισμένος. Παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με το ημερολόγιο των φυλακών, είχε παραστεί στο δικαστήριο σε επτά περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια του υπόλοιπου χρόνου της απομόνωσής του, σπάνια εξερχόταν του  κελιού του. Τις περισσότερες ημέρες, το κελί ανοιγόταν μόνο για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, ώστε να μπορεί ο αιτητής να χρησιμοποιεί το ντους ή την τουαλέτα ή να λαμβάνει το φαγητό του. Στο σημείο αυτό, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, στην υπόθεση  Cenbauer v. Croatia (βλ. ανωτέρω, § 49) έκρινε ότι η περίοδος της απομόνωσης του αιτητή στο κελί του, από τις 7 το βράδυ μέχρι της 7 το πρωί και για αρκετές ώρες κατά τη διάρκεια της ημέρας, ήταν «σημαντική». Επιπλέον, είναι επίσης ξεκάθαρο από το ημερολόγιο των φυλακών ότι η επικοινωνία περιοριζόταν ως επί το πλείστον σε επαφές ανάμεσα στον αιτητή και το προσωπικό των φυλακών και στις επισκέψεις του στο δικαστήριο. Η CPT, στην έκθεσή της για την Κύπρο, καταδίκασε την πλήρη απαγόρευση της επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, κατά την περίοδο της απομόνωσης στην Κύπρο, επιμένοντας ότι οι περιορισμοί στις επισκέψεις θα πρέπει να στηρίζονται μόνο σε σημαντικούς λόγους ασφαλείας  ή σε λόγους που βασίζονται σε υπαρκτές πηγές.

79. Τέλος, το Δικαστήριο έχει ήδη υποδείξει ότι η υποχρέωση των αρχών των φυλακών  να διασφαλίζουν την υγεία και ευημερία των κρατουμένων υποδηλώνει την υποχρέωση παροχής κατάλληλης διατροφής (Kadiķis (αρ. 2), ανωτέρω  § 55). Σημειώνει ότι, σύμφωνα με το ημερολόγιο των φυλακών, ο αιτητής λάμβανε γεύματα σε μη τακτά χρονικά διαστήματα, λαμβάνοντας μερικές φορές μόνο ένα πλήρες γεύμα την ημέρα.

80. Ως  εκ τούτου, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι το αυστηρό καθεστώς στο οποίο ο αιτητής είχε υποβληθεί κατά τη διάρκεια της απομόνωσής του, μαζί με την απαγόρευση των επισκέψεων και τις υλικές συνθήκες υπό τις οποίες τέθηκε υπό κράτηση, προξένησαν ταλαιπωρία που σαφώς υπερβαίνει το αναπόφευκτο επίπεδο που είναι συμφυές με το καθεστώς κράτησης. Η έκθεσή του σε αυτές τις συνθήκες για μια περίοδο 47 ημερών αποτελεί ταπεινωτική μεταχείριση αντιβαίνουσα στο Άρθρο 3 της Σύμβασης.
81. Συνεπώς υπήρξε παραβίαση της εν λόγω διατάξεως.
 

 

 

Το ΕΔΑΔ καταδίκασε επίσης το κυπριακό κράτος για παραβίαση του άρθρου 8

β. Η Εκτίμηση του Δικαστηρίου

91. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι οποιαδήποτε κράτηση, η οποία  είναι νόμιμη για τους σκοπούς του Άρθρου 5 της Σύμβασης συνεπάγεται από τη φύση της περιορισμό στην  ιδιωτική και οικογενειακή ζωή. Ωστόσο, αποτελεί ουσιαστικό μέρος του δικαιώματος του κρατουμένου στο σεβασμό της οικογενειακής του  ζωής, να υποστηρίζεται από τις αρχές φυλακών, όσο το δυνατόν περισσότερο, για να δημιουργεί και να διατηρεί δεσμούς με άτομα εκτός των φυλακών και για να διατηρεί επαφή με το στενό οικογενειακό του περιβάλλον  (βλ. ανωτέρω Messina (Αρ. 2 ), § 61, και McCotter v. the UnitedKingdom,  αριθ. 18632/91, απόφαση της Επιτροπής της 9ης Δεκεμβρίου 1992, DR 25, σ. 265). 

92. Το Δικαστήριο επισημαίνει, και η Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί, ότι επί 47 ημέρες, ο αιτητής βρισκόταν σε ιδιαίτερα αυστηρό καθεστώς, το οποίο περιλάμβανε απόλυτη απαγόρευση επισκέψεων από φίλους και μέλη της οικογένειάς του. Υπό το πρίσμα των περιορισμών που επιβλήθηκαν από την τοποθέτησή του σε απομόνωση και κατόπιν εξέτασης των σχετικών Περί Φυλακών Κανονισμών, το Δικαστήριο θεωρεί εξάλλου απίθανο ότι θα του διδόταν θετική απάντηση σε οποιοδήποτε αίτημά του για τηλεφωνική επικοινωνία με την οικογένειά του. Το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι υπήρξε επέμβαση στην ενάσκηση του δικαιώματος του αιτητή για σεβασμό της οικογενειακής του ζωής, το οποίο διαφυλάσσεται  από το Άρθρο 8 § 1 της Σύμβασης. Μια τέτοια επέμβαση μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο εφόσον  ήταν συμφώνως του νόμου, και στόχος της  ήταν να εξυπηρετήσει ένα ή περισσότερους θεμιτούς σκοπούς που περιέχονται στην παράγραφο 2 του Άρθρου 8 και που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως «αvαγκαίov μέτρον […] «εις μίαv δημoκρατικήv κoιvωvίαv».

93. Ένα μέτρο είναι σύμφωνο με το νόμο, εφόσον πληροί τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, πρέπει να έχει κάποια βάση στο εθνικό δίκαιο. Δεύτερον, ο νόμος πρέπει να είναι επαρκώς προσβάσιμος: ο πολίτης πρέπει να μπορεί να έχει ένδειξη ότι είναι επαρκής, υπό τις περιστάσεις, των νομικών κανόνων που εφαρμόζονται σε μια δεδομένη περίπτωση. Τέλος, ένας κανόνας δεν μπορεί να θεωρείται ως «νόμος» εάν δεν έχει διατυπωθεί με επαρκή ακρίβεια ώστε να επιτρέπει στον πολίτη να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του. Ο πολίτης πρέπει να είναι σε θέση – εν ανάγκη με τις κατάλληλες συμβουλές – να προβλέπει , σε εύλογο βαθμό υπό τις περιστάσεις, τις συνέπειες που ενδεχομένως να συνεπάγεται δεδομένη ενέργειά του (βλ. Sunday Times v. the United Kingdom  (αριθ. 1), 26 Απριλίου 1979, § § 47 και 49, Σειρά A, αριθ. 30).

94. Περαιτέρω, ένας νόμος που απονέμει διακριτική εξουσία πρέπει να αναφέρει το περιεχόμενο της εν λόγω εξουσίας. Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει ήδη αναγνωρίσει την αδυναμία επίτευξης απόλυτης βεβαιότητας κατά τη θέσπιση των νόμων και τον κίνδυνο ότι η αναζήτηση για βεβαιότητα πιθανόν να συνεπάγεται υπερβολική ακαμψία. Πολλοί νόμοι βασίζονται αναπόφευκτα  σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό σε όρους που παραμένουν ασαφείς και των οποίων η ερμηνεία και η εφαρμογή είναι θέμα πρακτικής (βλ. ανωτέρω Sunday Times (αριθ. 1), § 49, και Silver and Others ,  § 88).
95. Η Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η απαγόρευση να δέχεται επισκέψεις  από την οικογένειά του ήταν σύμφωνη με το νόμο, εφόσον προνοείτο εύλογα από τους ίδιους τους όρους του Κανονισμού 151 (1) των Περί Φυλακών Κανονισμών, σύμφωνα με τους οποίους οι επισκέψεις δεν επιτρέπονται. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η διάταξη αυτή παρέχει στο Διευθυντή Φυλακών την εξουσία «να διατάσσει τον περιορισμό ή την απομόνωση κρατουμένου για τόση περίοδο όση κρίνει αναγκαία», για έναν ή περισσότερους από τους σκοπούς που περιγράφονται στον εν λόγω κανονισμό. Ο κανονισμός δεν παρέχει καμία λεπτομέρεια για το τι σημαίνει η φράση «περιορισμό» ή «απομόνωση» ή τι συνεπάγεται ο βαθμός του προβλεπόμενου περιορισμού ή της προβλεπόμενης απομόνωσης. Δεν κάνει καμία ρητή αναφορά στον περιορισμό του γενικού δικαιώματος που προβλέπεται από τον Κανονισμός 116 για επισκέψεις από συγγενείς και φίλους μέχρι και έξι φορές το μήνα. Δεν παρέχει κατευθυντήριες γραμμές ως προς το πώς ο Διευθυντή Φυλακών θα μπορούσε να αποφασίσει κατά πόσον προσήκει να επιβληθεί  πλήρης αναστολή του δικαιώματος επισκέψεων στη συγκεκριμένη περίπτωση, και ποιοι παράγοντες θα μπορούσαν να σχετίζονται με την εν λόγω απόφαση. Από αυτή την σκοπιά, είναι ιδιαίτερης σημασίας που ο αιτητής δεν είχε προειδοποιηθεί επισήμως για την αναστολή του δικαιώματος επισκέψεών του, και που ούτε δεν είχε ενημερωθεί την στιγμή εκείνη για τους λόγους αναστολής του δικαιώματος αυτού. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν είναι σαφές για ποιο λόγο και υπό ποια εξουσία ανεστάλη το  δικαίωμα επισκέψεων του αιτητή.

96. Σε αντίθεση με την Κυβέρνηση, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι οι Περί Φυλακών Κανονισμοί θέτουν ρητώς την απόλυτη απαγόρευση των επισκέψεων για όσους βρίσκονται σε κατάσταση απομόνωσης. Εν ολίγοις, οι Περί Φυλακών Κανονισμοί δεν αναφέρουν με εύλογη σαφήνεια το πεδίο και τον τρόπο άσκησης οποιασδήποτε διακριτικής εξουσίας που απονέμεται στις αρμόδιες αρχές να περιορίζουν τα δικαιώματα επισκέψεων (βλ. Domenichini v. Italy, 15 Νοεμβρίου 1996, § § 32-33, Reports of Judgments and Decisions 1996- V, Messina (αρ. 2) ανωτέρω, § 81, και Kornakovs v. Latvia, αριθ. 61005/00, § § 159 έως 160, 15 Ιουνίου 2006).

97. Το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι η αναστολή των δικαιωμάτων επισκέψεων στην περίπτωση του αιτητή δεν είναι σύμφωνη προς το νόμο. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 8 § 1 της Σύμβασης.

 

 

Ο μόνος επικίνδυνος σε αυτή την υπόθεση είναι το ίδιο το τρομοκράτος της Κύπρου

 

Μην πιστεύετε και μην καταπίνετε αμάσητα ό,τι σας πουλάνε

 

 

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under "δικαιοσύνη", "θεσμοί"

One response to “Κατδίκη της Κύπρου από το ΕΔΑΔ 24407/04 Ο Ονουφρίου υπέστη βασανισμό και εξευτελιστική μεταχείριση από το κράτος….ΔΕν πιστεύκω ούτε λέξη από όσα λέει ο Ιωνάς και η αστυνομία περί επικινδυνότητας G3 κλπ του, όλως τυχαίως μετά τα του ΓΣΠ!!! Ο μόνος επικίνδυνος είναι το κράτος και η αστυνομία

  1. Andreas Kyriakou

    Εαν ενας καταδικαστει σε φυλακιση για καποιο παραπτωμα ειναι δικαιο η Κυβερνηση να του συμπεριφερθει σαν να ειναι ενα κτηνος;Η δουλεια της φυλακης δεν ειναι ενα αναμορφωτικο ιδρυμα;Αρνουνται στους φυλακισμενους να διεβαζουν εφημεριδες η βιβλια;Αυτη ειναι η ελευθερια του ατομου που θελουμε;Αυτο απο μονο του δικαιολογει επανασταση εκ μερους των ελευθερων πολιτων.Εξ αλλου το προσωπο αυτου του ανθρωπου μου φαινεται πολυ ανθρωπινον και προσχαρο.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s