Εργατική εξαθλίωση στο γερμανικό «παράδεισο»

Small_img_20461
Οι αντεργατικές νομοθετικές ρυθμίσεις που πολιτογραφήθηκαν με τον τίτλο «Ατζέντα 2010» είχαν στον πυρήνα τους μια σαρωτική αλλαγή στις εργασιακές σχέσεις που είχαν διαμορφωθεί μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ηταν η απάντηση του γερμανικού κεφαλαίου στην κρίση που πέρασε η Γερμανία στις αρχές της νέας χιλιετίας. Τότε που η αναιμική ανάπτυξη της δεκαετίας του ‘90 μετατράπηκε σε απόλυτη στασιμότητα (το 2002), για να κατρακυλήσει η Γερμανία στην κρίση ένα χρόνο μετά (το 2003), όταν το γερμανικό ΑΕΠ σημείωσε μείωση κατά 0.4%.
Από την κρίση η Γερμανία βγήκε ουσιαστικά τρία χρόνια μετά, το 2006, με μια εντυπωσιακή, σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, αύξηση του ΑΕΠ κατά 4% περίπου. Η πρώτη πενταετία της νέας χιλιετίας, ωστόσο, σημαδεύτηκε και από τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας που το 2005 σκαρφάλωσε στο 11%[1].
Τις παραμονές των εκλογών του Σεπτέμβρη του 2002, η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση Σρέντερ, προκειμένου να εξασφαλίσει τη δεύτερη θητεία της (πράγμα που έγινε), άρχισε να ψάχνει τρόπους για να διαχειριστεί αποτελεσματικότερα την κρίση. Για το σκοπό αυτό διόρισε μια επιτροπή με στόχο να κάνει προτάσεις για ριζικές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις. Να πως περιέγραφε εκείνη την εποχή τις αντεργατικές ανατροπές που σχεδιάζονταν ένας ερευνητικός οργανισμός της ΕΕ: «Ο Αύγουστος του 2002 είδε τη δημοσίευση μιας έκθεσης της επιτροπής Hartz, που διορίστηκε από τη γερμανική κυβέρνηση για να κάνει προτάσεις για μια ανταγωνιστική λύση στο επίμονο πρόβλημα της ανεργίας στη Γερμανία. Η επιτροπή έχει προτείνει ένα πρόγραμμα, που αν εφαρμοστεί, θα φέρει την πιο σαρωτική εδώ και δεκαετίες μεταρρύθμιση στην πολιτική της Γερμανίας στην αγορά εργασίας. Ο δηλωμένος σκοπός της επιτροπής ήταν να μειώσει στο μισό τον υφιστάμενο αριθμό των 4 εκατομμυρίων ανέργων μέσα σε τρία χρόνια»[2].
Ως γνήσιος τεχνοκράτης ο Hartz (διετέλεσε μεγαλοστέλεχος της Volkswagen μέχρι το 2005, όταν παραιτήθηκε, για να καταλήξει μετά από κάποια χρόνια κατηγορούμενος για διαφθορά[3]) δεν είχε… φιλεργατικές αναστολές: «Για να επιταχύνει τις μετακινήσεις σε θέσεις εργασίας και επομένως να περιορίσει τις δαπάνες για επιδόματα (σ.σ ανεργίας), η επιτροπή προτείνει ότι οι εργάτες πρέπει υποχρεωτικά να ενημερώσουν το τοπικό γραφείο εργασίας τη στιγμή που θα λάβουν την ειδοποίηση τερματισμού της εργασίας και να μην περιμένουν μέχρι να χάσουν τη δουλειά τους. Κάθε άνεργος θα έπρεπε να είναι προετοιμασμένος να αποδεχτεί δουλειά με χαμηλότερο μισθό από πριν ή να αντιμετωπίσει μία περικοπή στα επιδόματά του, ενώ οι νέοι και άγαμοι άνεργοι να αποδεχτούν τη μετακίνηση οπουδήποτε στη χώρα για να εργαστούν ή να ρισκάρουν μια παρόμοια περικοπή (σ.σ. των επιδομάτων τους)»[2].
Ετσι κι έγινε. Μέσα σε δύο χρόνια (από το 2003 μέχρι το 2005), ψηφίστηκαν τέσσερις νόμοι βάσει των εκθέσεων της επιτροπής Hartz. Οι πρώτοι δύο (Hartz I & II) τέθηκαν σε ισχύ την 1η Γενάρη του 2003, ο Hartz III ένα χρόνο μετά (το 2004) και ο Hartz IV το 2005. Η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση παρουσίασε τους νόμους αυτούς σαν το ελιξίριο για το πρόβλημα της ανεργίας. Αυτό όμως δεν ήταν παρά ένα προπαγανδιστικό τέχνασμα, για να περάσει τα ευρωπαϊκά σύνορα το αμερικάνικο μοντέλο. Το μοντέλο του μοιράσματος μιας θέσης εργασίας σε περισσότερα άτομα και φυσικά με λιγότερα λεφτά.

Στην πρέσα οι άνεργοι

Οπως αναφέραμε στο προηγούμενο φύλλο, οι πρώτοι που στριμώχτηκαν από τους νόμους αυτούς ήταν οι άνεργοι. Αναγκάστηκαν να βρουν εργασία με χαμηλότερους μισθούς, γιατί τα επιδόματά τους πλέον πετσοκόπηκαν. Το πώς έγινε αυτό θα περιγράψουμε αμέσως παρακάτω.
Τα επιδόματα που έπαιρναν οι άνεργοι πριν από τις μεταρρυθμίσεις Hartz ήταν δύο. Πρώτον, το επίδομα ανεργίας, που ισοδυναμούσε με το 67% του τελευταίου μισθού, αν ο εργαζόμενος είχε παιδιά, ή 60%, αν δεν είχε, και χορηγούνταν για χρονική περίοδο από 6 μέχρι 32 μήνες, ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας του απολυμένου. Δεύτερον, το βοήθημα ανεργίας, το οποίο χορηγούνταν μετά τη λήξη του πρώτου επιδόματος και ισοδυναμούσε με το 57% του τελευταίου μισθού για όσους είχαν παιδιά ή 53% για όσους δεν είχαν. Το βοήθημα αυτό το έπαιρνε ο άνεργος αν εργαζόταν λιγότερο από 15 ώρες την εβδομάδα, κερδίζοντας το 20% του βοηθήματος ή 165 ευρώ το πολύ[5]. Για τη λήψη αυτού του βοηθήματος ο άνεργος δε θα έπρεπε να έχει αποταμιεύσεις πάνω από 520 ευρώ για κάθε έτος της ηλικίας του. Δηλαδή, ένας 40χρονος εργαζόμενος που έμενε άνεργος δικαιούνταν το βοήθημα ανεργίας μόνο αν οι αποταμιεύσεις του ήταν κάτω από (40×520=) 20.800 ευρώ, με μέγιστο όριο τα 33.800 ευρώ (ανεξαρτήτως ηλικίας).
Μη φανταστείτε ότι το βοήθημα αυτό ήταν τίποτα τρομερά λεφτά. Το 2004, το 60% των δικαιούχων του βοηθήματος ανεργίας έπαιρνε από 300 μέχρι 600 ευρώ το μήνα, ενώ μόλις ένα 30% έπαιρνε μέχρι 900 ευρώ[5]. Το δεύτερο βοήθημα δίνονταν για όσο χρόνο το δικαιούνταν ο άνεργος, δεν υπήρχε δηλαδή χρονικός περιορισμός όπως για το πρώτο. Αφορούσε δηλαδή τους μακροχρόνια ανέργους. Τα χρήματα για το βοήθημα αυτό προέρχονταν από εισφορές υπέρ ανέργων, που πλήρωναν όλοι οι εργαζόμενοι, αλλά και οι καπιταλιστές.
Ολα αυτά άλλαξαν από το 2005. Το επίδομα ανεργίας χωρίστηκε σε δύο μέρη. Το πρώτο, που ονομάστηκε επίδομα ανεργίας 1 (Arbeitslosengeld I ή ALG I), ήταν το παλιό επίδομα ανεργίας, το οποίο όμως άρχισε να δίνεται για σημαντικά λιγότερο χρόνο. Από τους 32 μήνες που ήταν πριν, η μέγιστη χρονική περίοδος χορήγησης του επιδόματος ανεργίας έπεσε στους 24 μήνες. Επιπλέον, το μέγιστο χρονικό όριο επιδότησης των 24 μηνών ισχύει μόνο για τους εργαζόμενους άνω των 58 ετών, που κατέβαλαν ασφαλιστικές εισφορές τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Για εργαζόμενους οι οποίοι πλήρωναν ασφαλιστικές εισφορές μόνο για ένα από τα προηγούμενα τρία χρόνια, το επίδομα ανεργίας ALG I δίνεται μόνο για ένα εξάμηνο[6].
Το δεύτερο επίδομα ονομάζεται επίδομα ανεργίας 2 (Arbeitslosengeld II ή ALG II) και απετέλεσε τη συγχώνευση του βοηθήματος ανεργίας με το κοινωνικό βοήθημα που δίνονταν σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλά εισοδήματα.Σε αντίθεση με το βοήθημα ανεργίας που ίσχυε πριν το 2005, το ποσό του οποίου σχετιζόταν με τον τελευταίο μισθό (57% ή 53% του τελευταίου μισθού για εργαζόμενους με ή χωρίς παιδιά), το επίδομα ανεργίας ALG II αποσυνδέθηκε από το ύψος του μισθού και αποτελεί πλέον ένα φιλανθρωπικό βοήθημα που υπολογίζεται σύμφωνα με τα «ελάχιστα όρια διαβίωσης» (εκτός της στέγασης). Ποια είναι αυτά; Το βασικό επίδομα είναι 382 ευρώ για άγαμους ή μόνους γονείς, ενώ σε περίπτωση ζευγαριού που και οι δύο δικαιούνται το ALG II, ο δεύτερος παίρνει 345 ευρώ. Για τα παιδιά και τους εφήβους που ζουν με τους γονείς τους το ποσό που δικαιούνται κυμαίνεται μεταξύ 224 ευρώ και 306 ευρώ για κάθε προστατευόμενο μέλος[6]. Το μέγιστο όριο των αποταμιεύσεων για να πάρει κανείς αυτά τα λεφτά έπεσε από τα 33.800 ευρώ, που ήταν πριν το 2005, στα 13.000 ευρώ και από τα 520 ευρώ ανά έτος ηλικίας στα 200[7]!
Ετσι, ένας άνεργος 40άρης θα πρέπει να έχει στην τράπεζα λιγότερα από 8.000 ευρώ για να δικαιούται το ALG II. Θα πρέπει δηλαδή να έχει εξαντληθεί οικονομικά για να του δώσουν ένα φιλανθρωπικό βοήθημα που μετά βίας επαρκεί για στοιχειώδη διαβίωση. Σύμφωνα με το υπουργείο Εργασίας της Γερμανίας[7], το επίδομα ανεργίας ΙΙ καλύπτει τη διατροφή, τις καθημερινές προσωπικές ανάγκες, τις δαπάνες επικοινωνίας και συμμετοχής στην πολιτιστική ζωή, το κόστος ηλεκτρισμού, μεταφορών και νοικοκυριού. Οι δαπάνες στέγασης δεν περιλαμβάνονται στο επίδομα αυτό, γιατί καλύπτονται χωριστά. Για παράδειγμα, μία άνεργη μητέρα με ανήλικο 15χρονο παιδί δικαιούται (382 + 306 = ) 688 ευρώ το μήνα για να καλύψει όλες τις παραπάνω δαπάνες! Αυτά τα χρήματα ίσως να φαίνονται «πολλά» για τη σημερινή κινεζοποιημένη Ελλάδα, ας σκεφτούμε όμως ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή είναι στη Γερμανία περίπου 8% υψηλότερος σε σχέση με την Ελλάδα[8].

Τσουχτερά πρόστιμα

Πέρα από το πετσόκομμα των επιδομάτων ανεργίας, όσοι μένουν άνεργοι στη Γερμανία θα πρέπει να σπεύσουν να το δηλώσουν γρήγορα στο Γραφείο Εργασίας, γιατί αλλιώς τους περιμένουν τσουχτερά πρόστιμα. Τα πρόστιμα ξεκινούν από 7 ευρώ για κάθε μέρα καθυστέρησης (όταν ο άνεργος δικαιούται μέχρι 400 ευρώ), ανεβαίνουν στα 35 ευρώ την ημέρα (όταν δικαιούται μέχρι 700 ευρώ) και φτάνουν τα 50 ευρώ την ημέρα (όταν ο άνεργος δικαιούται πάνω από 700 ευρώ)! Το ποσό του προστίμου περιορίζεται σε ένα διάστημα καθυστέρησης ίσο με 30 μέρες. Δηλαδή, ένας άνεργος που καθυστερεί να καταγραφεί για 10 μέρες θα χάσει από το επίδομα ανεργίας του μέχρι και 500 ευρώ!
Ο στόχος αυτού του εξοντωτικού προστίμου είναι προφανής. Να αναγκαστεί ο άνεργος να καταγραφεί αμέσως στο Κέντρο Εργασίας, με απώτερο στόχο να εξωθηθεί να δουλέψει με χαμηλότερο μισθό σε κάποια από τις δουλειές που το τελευταίο θα του… προσφέρει. 
Σημειώνει ένα ιδιωτικό ερευνητικό ινστιτούτο για θέματα εργασίας[9]: «Κατά τη διάρκεια των πρώτων τριών μηνών, οι άνεργοι μπορούν να απορρίψουν θέσεις εργασίας (σ.σ που τους «προσφέρει» το Γραφείο) που δίνουν λιγότερο από το 80% των προηγούμενων αποδοχών τους. Μπορούν να κάνουν το ίδιο για αμοιβές μέχρι το 70% των προηγούμενων αποδοχών τους μέχρι τον έκτο μήνα της ανεργίας. Τελικά, οι άνεργοι είναι υποχρεωμένοι μετά από έξι (6) μήνες ανεργίας να αποδεχτούν θέσεις εργασίας με εισοδήματα ίσα ή μεγαλύτερα από το επίδομα ανεργίας».
Ταυτόχρονα, οι άνεργοι υποχρεώθηκαν να αποδεχτούν ημερήσιο χρόνο μετακίνησης από και προς την εργασία τους μέχρι και 2.5 ώρες. Αν δεν το αποδεχτούν αυτό, έχουν να αντιμετωπίσουν ποινές που ξεκινούν από τη μείωση του επιδόματος ανεργίας ΙΙ κατά 30% μέχρι και την πλήρη απώλειά του, σε περίπτωση που αρνηθούν τρεις (οποιεσδήποτε) θέσεις εργασίας που θα τους «προσφέρει» το γραφείο Εργασίας μέσα σε ένα χρόνο[7]! Ο κανόνας που ισχύει είναι: «Για τους δικαιούχους του επιδόματος ανεργίας ΙΙ κάθε εργασία είναι εφικτή. Ενας μηχανικός μπορεί να δουλέψει ως συσκευαστής σε μεταφορικές ταινίες»[10].

Μισή απασχόληση

Δεν ήταν, όμως, μόνο το στρίμωγμα των ανέργων να βρουν δουλειά όπου να ‘ναι και με αμοιβή όσο-όσο. Οπως αναφέραμε και στο προηγούμενο φύλλο, οι νόμοι Hartz ώθησαν στην αύξηση της μερικής απασχόλησης.  Αυτό έγινε με τη δημιουργία των λεγόμενων mini & midi jobs. Βασικό χαρακτηριστικό αυτού του τύπου μισθωτής δουλείας είναι ότι δεν έχει κατώτατο όριο αμοιβής, αλλά ανώτατο: το… ιλιγγιώδες ποσό των 400 ευρώ το μήνα! Για να γίνει πιο «δελεαστικό» αυτό το εξευτελιστικό ποσό, οι νομοθέτες έδωσαν ένα  «δωράκι» στους εργαζόμενους που θα διάλεγαν αυτή τη μορφή απασχόλησης. Τους απάλλαξαν από ασφαλιστικές εισφορές και φορολόγηση. Απαρέγκλιτος όρος, οι εργαζόμενοι να αποδεχτούν συμφωνία ελαστικής εργασίας των 400 ευρώ το μήνα, ούτε ευρώ παραπάνω.
Αυτά ήταν τα mini jobs. Η απαλλαγή από ασφαλιστικές εισφορές δεν έκοβε το δικαίωμα της ιατρικής περίθαλψης ή της ασφάλειας έναντι ατυχήματος. Τους στερούσε όμως το δικαίωμα της σύνταξης, αφού τα χρόνια εργασίας στα mini jobs δεν υπολογίζονται για τη σύνταξη.
Σε όσους είχαν… υψηλότερες απαιτήσεις ο νέος νόμος έδωσε τη δυνατότητα να κερδίζουν κάτι παραπάνω (μέχρι και 800 ευρώ), πληρώνοντας όμως κάποιες ασφαλιστικές εισφορές. Αυτά τα ονόμασαν midi jobs. Οι καπιταλιστές θα πλήρωναν εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές και για τις δύο αυτές εργασίες (mini και midi jobs), που ισοδυναμούν με το 25% του μισθού, δηλαδή τρεις μονάδες πάνω από το ποσοστό που πλήρωναν μέχρι τότε (ήταν 22%)[11]. Το συνολικό ποσό των εργοδοτικών εισφορών αυξήθηκε αργότερα στο 30% περίπου[12].
Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι οι καπιταλιστές ζημιώθηκαν. Αυτό θα μπορούσε ίσως να ισχυριστεί κάποιος, αν παρέλειπε μια… λεπτομέρεια. Σύμφωνα με την προηγούμενη νομοθεσία, η ελαστική εργασία (είτε αφορολόγητη, κάτω των 325 ευρώ το μήνα, είτε φορολογήσιμη) απαγορευόταν να υπερβαίνει τις 15 ώρες τη βδομάδα. Με το νέο νόμο αυτός ο περιορισμός στις ώρες εργασίας εξαφανίστηκε! Ο εργαζόμενος στα mini jobs μπορεί να εργάζεται για ένα χρονικό διάστημα στον καπιταλιστή που τον προσέλαβε (για όσο τον χρειάζεται) και για ένα άλλο χρονικό διάστημα να μην εργάζεται καθόλου. Με αυτό τον τρόπο, όχι μόνο χάνεται κάθε κανονικότητα στην εργασία, αλλά ο καπιταλιστής έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει την εργατική δύναμη έτσι που να μην του ξεφύγει και η τελευταία ικμάδα της και φυσικά να μην πληρώνει όταν δεν έχει δουλειά.Η απόλυτη εκμετάλλευση δηλαδή.
Δεν ήταν, βέβαια, η πρώτη φορά που μια τέτοιας μορφής απασχόληση χρησιμοποιούνταν σε μαζική κλίμακα για να καλύψει την ανεργία. Το ίδιο είχε γίνει στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν, «μετά την ενοποίηση, τα μέτρα ενεργητικής αγοράς εργασίας έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο στην ανακούφιση των κοινωνικών συνεπειών από την αποσύνθεση της οικονομίας στην Ανατολική Γερμανία. Το 1991, το ένα τρίτο του εργατικού δυναμικού της Ανατολικής Γερμανίας είχε συμμετάσχει σε ένα πρόγραμμα ενεργητικού μέτρου, κυρίως στην κατάρτιση και τα σχήματα δημιουργίας θέσεων στο δημόσιο»[4]. Ομως, τώρα δεν πρόκειται για κάποιο «έκτακτο μέτρο», αλλά για κάτι που ήρθε για να μείνει. Και εξαπλώθηκε ταχύτατα. Σε ορισμένους επαγγελματικούς κλάδους, όπως η καθαριότητα στη βιομηχανία, οι μισοί σχεδόν εργαζόμενοι (το 47.3%) ήταν το 2004 mini jobers, ενώ στο εμπόριο το ποσοστό έφτανε στο 26.3%[13].
Αν όμως το στρίμωγμα των ανέργων και η εξάπλωση της μερικής απασχόλησης (ενέργειες που τα ονομάζουν «ενεργητικά μέτρα» μείωσης της ανεργίας, σε αντίθεση με τα «παθητικά», που είναι τα επιδόματα στους ανέργους) ήταν η μία πλευρά των αντεργατικών ανατροπών, υπάρχει και η άλλη πλευρά. Αυτή έχει να κάνει με την «κανονική εργασία». Γι’ αυτή θα μιλήσουμε στο επόμενο φύλλο.
Παραπομπές
1. Παγκόσμια Τράπεζα – Οικονομικά στοιχεία για την Γερμανία από το 1961 μέχρι το 2012 (http://api.worldbank.org/ datafiles/DEU_Country_MetaData_en_EXCEL.xls).
2. Πρόταση σαρωτικού εκσυγχρονισμού της αγοράς εργασίας – Αρθρο του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τις Συνθήκες Εργασίας και Διαβίωσης (Eurofound) – 22/9/2002 (http://www.eurofound.europa.eu/eiro/2002/09/feature/de0209205f.htm).
3. Ο Hartz κατηγορήθηκε για διαφθορά το 2007. Παραδέχτηκε μέσω των δικηγόρων του ότι λάδωσε με 1.9 εκατομμύρια ευρώ τον Κλάους Βόλκερτ, που ήταν πρόεδρος του συνδικάτου της VW! Στις κατηγορίες που του αποδόθηκαν ήταν και ορισμένες «ροζ» περιεχομένου, οι οποίες όμως δεν στοιχειοθετήθηκαν επαρκώς και κατέρρευσαν στο δικαστήριο, όπως ότι πλήρωνε πόρνες με έξοδα της εταιρίας για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε διαμερίσματα επίσης της εταιρίας (http://news.bbc.co.uk/2/hi/business/6269113.stm).
4. Πριν και μετά τις μεταρρυθμίσεις Hartz: Οι επιδόσεις της Πολιτικής Ενεργητικής Αγοράς Εργασίας στη Γερμανία (Before and After the Hartz Reforms: The Performance of Active Labour Market Policy in Germany) – Εκθεση του Ινστιτούτου Μελετών Εργασίας IZA  (http://ftp. iza.org/dp2100.pdf).
5. Κέντρο Ευρωπαϊκών Οικονομικών Ερευνών (ZEW) – Discussion Paper No. 08-006 – Distributional and Behavioural Effects of the German Labour Market Reform (ftp://ftp.zew.de/pub/zew-docs/dp/ dp08006.pdf).
6. Ομοσπονδιακό Πρακτορείο Εργασίας – Διευκρινίσεις για το επίδομα ανεργίας ΙΙ (http://www.arbeitsagentur.de/nn_ 426242/EN/Navigation/zentral/Leistungen/Arbeitslosengeld-II/Arbeitslosengeld-II-Nav.html).
7. Αναλυτική παρουσίαση όλων των νόμων Hartz μπορεί κανείς να βρει (δυστυχώς μόνο στα γερμανικά) στο http://www.hartz-iv-iii-ii-i.de/. Αναλυτική αναφορά στα επιδόματα που ισχύουν σήμερα στη Γερμανία, στο κείμενο του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Θεμάτων (http://www.bmas.de/SharedDocs/Downloads/DE/PDF-Publikationen/a998-social-security-at-a-glance-total-summary.pdf?__blob=publicationFile).
8. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat (http://epp.eurostat.ec.europa.eu/statistics_explained/index.php/
Comparative_price_levels_of_consumer_goods_and_services), ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή στη Γερμανία είναι στο 103% του μέσου δείκτη των 27 χωρών της ΕΕ, ενώ στην Ελλάδα βρίσκεται στο 95%.
9. Employment Regulation and Labor Market Policy in Germany, 1991-2005» – Ινστιτούτο Μελετών Εργασίας IZA (http://ftp.iza.org/dp2505.pdf).
10. Δέκα χρόνια της «Ατζέντας 2010» – Μια μεταρρύθμιση με αποτελέσματα και παρενέργειες – Αφιέρωμα από το κανάλι ARD-1 της γερμανικής τηλεόρασης (http://www.tagesschau.de/inland/agendazwanzigzehn-hintergrund100~_page-2.html).
11. Work Incentives and Labor Supply Effects of the «Mini-Jobs Reform» in Germany (Κίνητρα για εργασία και επιπτώσεις στην απασχόληση από τη μεταρρύθμιση των mini jobs στη Γερμανία) – Discussion paper No. 438, Βερολίνο, Σεπτέμβρης 2004. Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών (DWI) (http://www.diw.de/documents/publikationen/73/diw_01.c.42409.de/dp438.pdf).
12. Η ιστοσελίδα των mini jobs υπολογίζει αναλυτικά τις εργοδοτικές εισφορές (http://www.minijob.de/en/kosten-und-abgaben-rechner-fuer-400-euro-jobs).
13. Γερμανία: Ευέλικτες μορφές απασχόλησης: «πολύ άτυποι» συμβατικοί διακανονισμοί (http://www.eurofound.europa.eu/ewco/studies/tn0812019s/de0812019q.htm).
Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under "οικονομική κρίση", παράσιτα πλούσιοι, Γερμανία, Παγκόσμιο Σύστημα-Αλήθειες κρυμμένες, αναδημοσιεύσεις, κρίση, PRAXIS

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s