Η αγλλία και οι Κάτω Χώρες ενήγαγαν την Ισλανδία επειδή δεν …..έσωσε τις τράπεζες εξαθλιώνοντας τον λαό της….Δικαστική απόφαση-σταθμός: Δεν θα πληρώσουν οι λαοί τις τράπεζες. Του Ερίκ Τουσέν

αναδημοσίευση από το τιβι χωρίς σύνορα

http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/dikastiki-apofasi-stathmos-den-tha-plirosoyn-oi-laoi-tis-trapezes-toy-erik-toyse

 

Με ικανοποίηση χαιρετίζουμε την απόφαση του δικαστηρίου της ΕΖΕΣ (Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών), η οποία απορρίπτει όλες τις καταγγελίες που κατατέθηκαν από τις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο κατά της Ισλανδίας στην υπόθεση «Icesave» | 1 |, σημειώνει σε άρθρο του ο Ερίκ Τουσέν, της οργάνωσης CADTM, (Επιτροπή για την κατάργηση του χρέους του Τρίτου Κόσμου)

Η απόφαση καθιστά σαφές ότι δεν είναι ευθύνη της χώρας στην οποία μια τραπεζική εταιρεία έχει την έδρα της να καλύπτει τα έξοδα των εγγυήσεων του τραπεζικού της συστήματος, καθώς και ότι ο μηχανισμός του δίχτυ ασφαλείας πρέπει να χρηματοδοτείται από τις ίδιες τις τράπεζες.

Αυτό επιβεβαιώνει εμμέσως ότι η διαδικασία της κανονικής εκκαθάρισης, όπως αυτή εφαρμόστηκε στη περίπτωση της «Landsbanki» (μητρική της Icesave) είναι τελείως ορθή, όταν μια τράπεζα, ακόμα και χαρακτηρισμένη ως «TBTF» (too big to fail, πολύ μεγάλη για να πέσει ), έχει περισσότερα χρέη από τα περιουσιακά στοιχεία της.

Όμοια πρέπει να είναι η περίπτωση των περισσότερων μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών, αν τα τοξικά στοιχεία ενεργητικού στους ισολογισμούς τους καταγράφονταν στην πραγματική τους αξία.

Είναι το αντίθετο από αυτό που έχει καθιερωθεί, από το 2007 και την αρχή των επαναλαμβανόμενων χρηματοπιστωτικών κρίσεων, για να σωθούν οι μεγαλομέτοχοι των τραπεζών με τις πλάτες της κοινότητας.

Οι κυβερνήσεις των βιομηχανικών χωρών έδωσαν την εγγύηση τους προς τις τράπεζες στο χείλος της χρεοκοπίας των χωρών τους, χωρίς αιτιολόγηση, χρησιμοποιώντας δημόσια κονδύλια για τη διευκόλυνση των ταμειακών ροών των τραπεζών.

Την ίδια στιγμή, οι κυβερνώντες άρχισαν να σφυρηλατήσουν την ιδέα ότι το φταίξιμο άνηκε στο πληθυσμό. Αυτή η εκστρατεία είχε και έχει ως στόχο να πείσει τους πολίτες ότι πρέπει να αποδέχονται τις μειώσεις στους μισθούς τους, την υποβάθμιση της κοινωνικής κάλυψης, την αύξηση της ανασφάλειας και την επιδείνωση των συνθηκών εργασίας.

Οι λαοί δεν ευθύνονται και δεν συμφωνούν με τα μέτρα λιτότητας που τους επιβάλλονται.

Η απόφαση αυτή αποδεικνύει τη νομιμότητα της γνώμης των λαών και ως εκ τούτου αποδείχνει τον μη νομιμοποιημένο χαρακτήρα αυτών των μέτρων λιτότητας.

Το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να κρατά την αναπνοή του, περιμένοντας την ημέρα που τα τοξικά στοιχεία του ενεργητικού του θα ωριμάσουν και δεν θα μπορεί πλέον να κρυφτούν.

Τότε, θα ζητηθεί (ή μάλλον διαταχθεί) από τον πληθυσμό να το διασώσει και πάλι.

Οι κυβερνήσεις, μέσω των δομών που έχουν εφαρμοστεί έκτοτε, θα αναζητήσουν από τις χρηματοπιστωτικές αγορές να δανειστούν τα ίδια τα δικά τους χρήματά και να τα δώσουν πίσω στις τράπεζες που κατέχουν τα τοξικά στοιχεία ενεργητικού.

Με την απόφαση της ΕΖΕΣ, γνωρίζουμε τώρα ότι δεν είναι οι λαοί (Ελληνικός, Ιρλανδικός, Πορτογαλικός ή άλλοι) που πρέπει να πληρώσουν και ότι η προθυμία των κυβερνήσεων να πράξουν με τον τρόπο που πράττουν αποδείχνει τη συνενοχή τους με τις τράπεζες.

Οι οικονομικές κρίσεις θα συνεχιστούν, εκτός εάν οι τράπεζες απαλλοτριωθούν χωρίς αποζημίωση, κοινωνικοποιηθούν με λαϊκό και δημοκρατικό έλεγχο και τίθενται στην υπηρεσία των αναγκών του πληθυσμού παρά των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Είναι επίσης απαραίτητο να εντοπιστούν μέσω του λογιστικού ελέγχου του δημόσιου χρέους όλα τα παράνομα η μη-νομημοποιμένα χρέη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προέρχονται από την διάσωση των τραπεζών, για να ακυρωθούν.

1 |.η απόφαση του δικαστηρίου της ΕΖΕΣ, 28.01.2013

Επιτροπή για την κατάργηση του χρέους του Τρίτου Κόσμου

εδώ η μεταφρασμένη από τον γκουγκολμεταφραστή

 

Σελίδα 1

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

28 του Γενάρη 2013

(Οδηγία 94/19/ΕΚ περί των συστημάτων εγγυήσεως των καταθέσεων – Υποχρέωση του αποτελέσματος –

Προέκταση του κράτους – Διάκριση)

Στην υπόθεση E-16/11,

Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ, εκπροσωπούμενη από τους Xavier Lewis, διευθυντής, και

Gjermund Mathisen, Διευθυντής, Τμήμα Νομικών Υποθέσεων & Executive, που ενεργεί ως

Πράκτορες,

αιτούντος,

υποστηρίζονται από την

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους πράκτορες του τον Enrico Traversa, Albert

Nijenhuis και Karl-Philipp Wojcik,

παρεμβαίνουσα,

v

Ισλανδία, εκπροσωπούμενη από Kristján Andri Stefánsson, Agent, Tim Ward, QC, Μόλυβδος

συμβουλή, Johannes Karl Sveinsson, Co-συμβουλή,

καθής,

Που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι, παραλείποντας να εξασφαλίσει την καταβολή του

ελάχιστο ποσό της αποζημίωσης στους καταθέτες της Icesave στην Ολλανδία και

στο Ηνωμένο Βασίλειο, που προβλέπεται στο άρθρο 7 (1) της πράξης που αναφέρεται στο σημείο

19α του παραρτήματος IX της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (Οδηγία

94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1994, για

συστήματα εγγύησης των καταθέσεων), εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 10 του

Πράξη, η Ισλανδία έχει αποτύχει να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το νόμο, σε

ιδίως τα άρθρα της 3, 4, 7 και 10, και / ή το άρθρο 4 της συμφωνίας για την

Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.


Page 2

– 2 –

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

που αποτελείται από τους: Carl Baudenbacher, πρόεδρο και εισηγητή δικαστή, Páll Hreinsson,

Ola και Mestad (ad hoc), δικαστές,

Γραμματέας: Gunnar Selvik,

– Έχοντας υπόψη τα υπομνήματα των διαδίκων και την παρεμβαίνουσα και

οι γραπτές παρατηρήσεις του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν, εκπροσωπούμενη από τον

Ο Δρ Andrea Entner-Koch, Διευθυντής της Μονάδας Συντονισμού του ΕΟΧ, καθώς και από

Frederique Lambrecht, Νομικός Σύμβουλος στη Μονάδα Συντονισμού ΕΟΧ, ενεργώντας

ως εκπρόσωποι?

– Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από Corinna Wissels, Mielle

Bulterman και Charlotte Schillemans, επικεφαλής και τα μέλη του Ευρωπαϊκού

Τμήμα Δικαίου της Νομικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών

Υποθέσεων, εκπροσωπούμενη?

– Το Βασίλειο της Νορβηγίας, εκπροσωπούμενο από Kaja Moe Winther, Ανώτερος Σύμβουλος,

Υπουργείο Εξωτερικών, και Torje Sunde, advokat, Γραφείο του

Γενικό Εισαγγελέα (αστικές υποθέσεις), εκπροσωπούμενη?

– Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από

Heather Walker του Treasury Solicitor, που ενεργεί ως Agent, και

Mark Hoskins, QC,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις αγορεύσεις του αιτούντος, εκπροσωπουμένου από τους Xavier της

Lewis και Gjermund Mathisen? Ο εναγόμενος, εκπροσωπούμενη από Kristján Πράκτορα

Άντρη Stefánsson, επικεφαλής σύμβουλος Tim Ward, QC, και Co-σύμβουλο και μέλη του Ανώτατου

Δικαστήριο Εισαγγελέα Johannes Karl Sveinsson, επικουρούμενο από τον καθηγητή Miguel Poiares

Maduro, Κρατικός γενικός εισαγγελέας Einar Karl Hallvarðsson, το Ανώτατο Δικαστήριο

Εισαγγελέας Reimar Πέτουρσον, Ντόρα Guðmundsdóttir, Kristin Haraldsdóttir και

Thora Μ. Hjaltested, συμβούλους? Η παρεμβαίνουσα, εκπροσωπούμενη από τον Enrico εκπρόσωποι της

Traversa και Albert Nijenhuis? Λιχτενστάιν, εκπροσωπούμενη από τον πράκτορα του Δρ Ανδρέα

Entner-Koch? Η Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τους Πράκτορες της Corinna Wissels και

Charlotte Schillemans, και Gerald ENTING, Υπουργείο Οικονομικών, και Sander

Timmerman, Ολλανδία Κεντρικής Τράπεζας? Νορβηγία, εκπροσωπούμενη από τους Πράκτορες της Kaja

Moe Winther, Σύμβουλος, και Kristin Nordland Hansen, Ανώτερο Εκτελεστικό

Σύμβουλος, Υπουργείο Εξωτερικών? Του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τους

Πράκτορας Heather Walker, και Mark Hoskins, QC? Κατά τη συνεδρίαση της 18ης Σεπτεμβρίου

2012,

εκδίδει την ακόλουθη


Σελίδα 3

– 3 –

Κρίση

Εγώ

Το νομικό πλαίσιο

Του δικαίου του ΕΟΧ

1

Το άρθρο 4 του ΕΟΧ ορίζει τα εξής:

Εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας, και με την επιφύλαξη τυχόν

ειδικών διατάξεών της, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω

ιθαγενείας.

2

Η πράξη που αναφέρεται στο σημείο 19α του παραρτήματος IX της συμφωνίας ΕΟΧ (οδηγία

94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1994, για

συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων, ΕΕ 1994, L 135, σ.. 5), όπως έχει τροποποιηθεί, προβλέπει την

ελάχιστων εναρμονισμένων κανόνων όσον αφορά τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων.

3

Αιτιολογική σκέψη 1 στο προοίμιο της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

Ότι, σύμφωνα με τους στόχους της συνθήκης, την αρμονική

ανάπτυξη των δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων σε όλη την Κοινότητα

Θα πρέπει να προωθηθεί με την κατάργηση όλων των περιορισμών στο δικαίωμα

εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, αυξάνοντας παράλληλα τη σταθερότητα

του τραπεζικού συστήματος και την προστασία των αποταμιευτών?

4

Αιτιολογική σκέψη 2 του προοιμίου της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

Ότι, όταν εξαλειφθούν οι περιορισμοί σχετικά με τις δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων,

θα πρέπει να δοθεί στην κατάσταση που θα μπορούσε να προκύψει αν οι καταθέσεις σε ένα

πιστωτικού ιδρύματος που έχει υποκαταστήματα σε άλλα κράτη μέλη δεν είναι πλέον διαθέσιμες?

λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι απαραίτητο να εξασφαλιστεί ένα εναρμονισμένο ελάχιστο επίπεδο των καταθέσεων

Οι καταθέσεις προστασία όπου είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα? ότι η εν λόγω

προστασία των καταθέσεων είναι τόσο σημαντική όσο οι κανόνες προληπτικής εποπτείας για την ολοκλήρωση της

ενιαία τραπεζική αγορά?

5

Αιτιολογική σκέψη 3 του προοιμίου της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

Ενώ στην περίπτωση του κλεισίματος ενός αφερέγγυου πιστωτικού ιδρύματος το

καταθέτες σε οποιαδήποτε υποκαταστήματα που βρίσκονται σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο

το πιστωτικό ίδρυμα έχει την έδρα του πρέπει να προστατεύεται από την ίδια εγγύηση

σύστημα, όπως άλλες καταθέτες του ιδρύματος?

6

Αιτιολογική σκέψη 4 του προοιμίου της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

Ότι το κόστος για τα πιστωτικά ιδρύματα της συμμετοχής σε ένα σύστημα εγγύησης

δεν έχει καμία σχέση με το κόστος που θα προέκυπτε από μια μαζική απόσυρση των

τραπεζικών καταθέσεων, όχι μόνο από πιστωτικό ίδρυμα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, αλλά και από


Σελίδα 4

– 4 –

υγιή όργανα μετά την απώλεια της εμπιστοσύνης των καταθετών στη σταθερότητα του

το τραπεζικό σύστημα?

7

Η αιτιολογική σκέψη 7 του προοιμίου της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

Ότι ένα υποκατάστημα δεν απαιτείται άδεια σε οποιοδήποτε κράτος μέλος υποδοχής,

επειδή η ενιαία άδεια ισχύει σε ολόκληρη την Κοινότητα, και της

φερεγγυότητας θα πρέπει να παρακολουθούνται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της

Κράτος? Ότι η κατάσταση αυτή δικαιολογεί καλύπτουν όλους τους κλάδους της ίδιας

πιστωτικό ίδρυμα που έχει συσταθεί στην Κοινότητα, με τη βοήθεια ενός ενιαίου εγγύηση

σύστημα? εκτιμώντας ότι το καθεστώς αυτό μπορεί να είναι μόνο αυτό που υπάρχει για τη συγκεκριμένη κατηγορία

φορέα του κράτους στο οποίο έχει την έδρα του εν λόγω ιδρύματος βρίσκεται σε

ιδίως λόγω της σχέσης που υπάρχει μεταξύ της εποπτείας του υποκαταστήματος

φερεγγυότητα και τη συμμετοχή του σε σύστημα εγγύησης των καταθέσεων?

8

Η αιτιολογική σκέψη 16 στο προοίμιο της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

Ότι, αφενός, το ελάχιστο επίπεδο εγγυήσεων που προβλέπονται στο παρόν

Οδηγία δεν θα πρέπει να αφήνουν ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των καταθέσεων χωρίς προστασία

προς το συμφέρον τόσο της προστασίας των καταναλωτών και της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού

σύστημα? ενώ, από την άλλη πλευρά, δεν θα ήταν σκόπιμο να επιβληθούν

σε όλη την Κοινότητα ένα επίπεδο προστασίας που μπορεί να σε ορισμένες περιπτώσεις,

έχει ως αποτέλεσμα την ενθάρρυνση της ψυχοπαθούς διαχείριση των πιστωτικών ιδρυμάτων?

ενώ το κόστος των μηχανισμών χρηματοδότησης πρέπει να ληφθεί υπόψη? ενώ

Φαίνεται εύλογο να καθοριστεί το εναρμονισμένο επίπεδο ελάχιστης εγγύησης σε

ECU 20 000? Ενώ περιορισμένες μεταβατικές ρυθμίσεις μπορεί να χρειαστεί να

Προκειμένου οι μηχανισμοί για να συμμορφωθούν με αυτό το ποσοστό?

9

Η αιτιολογική σκέψη 23 στο προοίμιο της οδηγίας 94/10 έχει ως εξής:

Ότι δεν είναι απαραίτητο, στην παρούσα οδηγία, για την εναρμόνιση των μεθόδων

χρηματοδοτικά προγράμματα εγγύησης των καταθέσεων ή των ίδιων των πιστωτικών ιδρυμάτων, δεδομένου ότι,

αφενός, ότι το κόστος της χρηματοδότησης των συστημάτων αυτών πρέπει να βαρύνει, σε

κατ ‘αρχήν, από τα πιστωτικά ιδρύματα και οι ίδιοι, από την άλλη πλευρά, ότι η

χρηματοδοτική ικανότητα των συστημάτων αυτών πρέπει να είναι ανάλογη προς τις υποχρεώσεις τους?

λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό δεν πρέπει, ωστόσο, να θέσει σε κίνδυνο τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος της

το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος?

10 Αιτιολογική σκέψη 24 στο προοίμιο της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

Ότι η παρούσα οδηγία δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα στα κράτη μέλη », ή οι αρμόδιες αρχές τους

«αρχές που γίνονται ευθύνεται έναντι των καταθετών, εφόσον έχουν εξασφαλίσει ότι

ένα ή περισσότερα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων ή των ίδιων των πιστωτικών ιδρυμάτων και

να εξασφαλίζεται η αποζημίωση ή η προστασία των καταθετών σύμφωνα με τους όρους

προβλέπονται στην παρούσα οδηγία έχουν εισαχθεί και επίσημα αναγνωρισμένο?

11 Αιτιολογική σκέψη 25 στο προοίμιο της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

Ότι η προστασία των καταθέσεων αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την ολοκλήρωση της

εσωτερικής αγοράς και ένα απαραίτητο συμπλήρωμα του συστήματος εποπτείας της


Page 5

– 5 –

τα πιστωτικά ιδρύματα για λογαριασμό της αλληλεγγύης που δημιουργεί μεταξύ όλων των

ιδρυμάτων σε μια δεδομένη χρηματοοικονομική αγορά σε περίπτωση αποτυχίας κάποιας από αυτές,

12 Το άρθρο 1 της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

1. «Προκαταβολή» νοείται κάθε πιστωτικό υπόλοιπο που προκύπτει από κεφάλαια κατατεθειμένα σε ένα

λογαριασμό ή από μεταβατικές καταστάσεις απορρέουσες από συνήθεις τραπεζικές

συναλλαγές και τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να επιστρέψει βάσει του νομικού και

συμβατικών όρων, καθώς και χρέη για τα οποία έχουν εκδοθεί πιστοποιητικό

το πιστωτικό ίδρυμα.

3. «Μη διαθέσιμη κατάθεση»: μια κατάθεση που είναι ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, αλλά έχει

δεν έχει καταβληθεί από πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με τους νομικούς και συμβατικούς όρους

που ισχύουν για αυτά, εφόσον:

(I) οι αρμόδιες αρχές έχουν διαπιστώσει ότι, κατά την άποψή τους, η

ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα φαίνεται να είναι σε θέση προς το παρόν, για λόγους

που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση του, να επιστρέψει την προκαταβολή

και να μην έχει καμία τρέχουσα προοπτική να είναι σε θέση να το πράξουν.

Οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν στη διαπίστωση αυτή το συντομότερο δυνατό και

το αργότερο 21 ημέρες μετά απεδείχθη για πρώτη φορά ότι το πιστωτικό ίδρυμα έχει

απέτυχε να αποπληρώσει τις καταθέσεις που είναι ληξιπρόθεσμες και απαιτητές?

(Ii) η δικαστική αρχή, βασιζόμενη σε λόγους που έχουν άμεση σχέση

με την οικονομική κατάσταση του πιστωτικού ιδρύματος, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την

αναστολή της ικανότητας των καταθετών να εγείρουν αξιώσεις εναντίον της, εάν αυτό συμβεί

πριν την προαναφερόμενη διαπίστωση έχει γίνει?

4. «Πιστωτικό ίδρυμα»: επιχείρηση η δραστηριότητα της οποίας είναι να

αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό και στη χορήγηση πιστώσεων

για ίδιο λογαριασμό?

5. «Υποκατάστημα» νοείται ένα μέρος της επιχείρησης που αποτελεί μια νομικά εξαρτάται

μέρος του πιστωτικού ιδρύματος και την οποία διεξάγει απευθείας το σύνολο ή μέρος των

εργασίες που συνδέονται με την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων? οποιοσδήποτε αριθμός

υποκαταστημάτων που έχουν συσταθεί στο ίδιο κράτος μέλος ένα πιστωτικό ίδρυμα που έχει την

έδρα σε άλλο κράτος μέλος θεωρούνται ως ένα μόνο υποκατάστημα.

13 Το άρθρο 3 της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

1. Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι στο έδαφός του ένα ή περισσότερα καταθέσεων

Τα συστήματα εγγύησης και να αναγνωριστούν επίσημα. 

14 Το άρθρο 4 της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

1. Συστήματα εγγύησης των καταθέσεων συσταθεί και αναγνωρισθεί επίσημα σε ένα κράτος μέλος

Κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 3 (1) καλύπτουν τους καταθέτες υποκαταστημάτων τα οποία έχουν

από τα πιστωτικά ιδρύματα σε άλλα κράτη μέλη. 


Σελίδα 6

– 6 –

15 Το άρθρο 7 της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

1. Συστήματα εγγύησης των καταθέσεων καθορίζουν ότι το σύνολο των καταθέσεων κάθε

καταθέτη πρέπει να καλύπτεται μέχρι ποσού 20 000, σε περίπτωση που οι καταθέσεις καθίστανται

διαθέσιμη.

6. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα δικαιώματα του καταθέτη για αποζημίωση μπορεί να

να αποτελέσει αντικείμενο μιας δράσης από τον καταθέτη κατά την κατάθεση εγγύησης

σύστημα.

16 Το άρθρο 8 της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

1. Τα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 7 (1), (3) και (4) θα ισχύουν για το σύνολο

καταθέσεις με τον ίδιο πιστωτικό ίδρυμα, ανεξάρτητα από τον αριθμό των

καταθέσεων, το νόμισμα και η θέση στο εσωτερικό της Κοινότητας.

17 Το άρθρο 9 της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα παρέχουν στους σημερινούς

και μελλοντικούς καταθέτες τις αναγκαίες πληροφορίες για τον προσδιορισμό του

συστήματος εγγύησης των καταθέσεων του οποίου το ίδρυμα και τα υποκαταστήματά του είναι μέλη

εντός της Κοινότητας ή οιεσδήποτε εναλλακτικές ρυθμίσεις που προβλέπονται στο άρθρο

3 (1), δεύτερο εδάφιο, ή το άρθρο 3 (4). Οι καταθέτες θα πρέπει να ενημερώνονται

οι διατάξεις του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων ή οποιαδήποτε εναλλακτική διευθέτηση

περίπτωση, συμπεριλαμβανομένου του ποσού και του πεδίου κάλυψης που προσφέρονται από το

σύστημα εγγύησης των καταθέσεων. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να διατίθενται σε ένα εύκολα

κατανοητό τρόπο.

Οι πληροφορίες πρέπει επίσης να δοθεί κατόπιν αιτήσεως σχετικά με τις προϋποθέσεις για την αποζημίωση

και οι διατυπώσεις που πρέπει να ολοκληρωθούν για να λάβει αποζημίωση.

2. Οι πληροφορίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 πρέπει να διατίθενται στην

τρόπο που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία, στην επίσημη γλώσσα ή γλώσσες του κράτους

Κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένο το υποκατάστημα.

3. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες που περιορίζουν τη χρήση στη διαφήμιση του

πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, προκειμένου να αποφευχθούν τέτοιου είδους χρήση από

επηρεάζουν τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος ή εμπιστοσύνη των καταθετών. Σε

Ειδικότερα, τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν τη διαφήμιση σε απλή μνεία

το σύστημα στο οποίο ανήκει το πιστωτικό ίδρυμα.

18 Το άρθρο 10 της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:

1. Συστήματα εγγύησης των καταθέσεων πρέπει να είναι σε θέση να καταβάλουν τις δεόντως αποδεδειγμένες απαιτήσεις

καταθετών που αφορούν μη διαθέσιμες καταθέσεις εντός τριών μηνών από την ημερομηνία

κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν στη διαπίστωση που περιγράφεται στο άρθρο

1 (3) (i) ή η δικαστική αρχή λαμβάνει την απόφαση που περιγράφεται στο άρθρο 1 (3) (ii).


Page 7

– 7 –

2. Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις και σε ειδικές περιπτώσεις, το σύστημα εγγύησης

μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές για την παράταση της προθεσμίας. Όχι

η παράταση υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, κατά το

αιτήσεως του συστήματος εγγύησης, να παραχωρήσουν περισσότερες από δύο παρατάσεις,

κανένα από τα οποία πρέπει να υπερβαίνει τους τρεις μήνες.

Το εθνικό δίκαιο

19 Η οδηγία 94/19 μεταφέρθηκε στο ισλανδικό δίκαιο με τον νόμο αριθ. 98/1999 σχετικά με ένα

Εγγύησης Καταθέσεων και Πρόγραμμα Αποζημίωσης Επενδυτών (log um

innstæðutryggingar og tryggingakerfi Fyrir fjárfesta).

20 Το άρθρο 1 του νόμου αριθ. 98/1999 έχει ως εξής:

Ο στόχος αυτού του νόμου είναι να εξασφαλίσει ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας για

καταθέτες σε εμπορικές τράπεζες και ταμιευτήρια, και στους πελάτες της

οι εταιρείες που επιδίδονται σε διαπραγμάτευση κινητών αξιών σύμφωνα με το νόμο, σε περίπτωση

δυσχέρειες συγκεκριμένης εταιρείας στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της προς τους πελάτες της

σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

21 Το άρθρο 2 του νόμου αριθ. 98/1999 έχει ως εξής:

Εγγυήσεις στο πλαίσιο του παρόντος νόμου έχουν ανατεθεί σε ειδικό ίδρυμα που ονομάζεται το

Καταθετών και των επενδυτών Ταμείο Εγγυήσεων, εφεξής η

«Ταμείο». Το Ταμείο είναι ένα ιδιωτικό ίδρυμα λειτουργεί σε δύο ανεξάρτητα

τμήματα, το Τμήμα Καταθέσεων και το Τμήμα Κινητών Αξιών, με

χωριστά οικονομικά και λογιστικά, cf. Ωστόσο, οι διατάξεις του άρθρου 12.

22 Το άρθρο 3 του νόμου αριθ. 98/1999 έχει ως εξής:

Οι εμπορικές τράπεζες, τα ταμιευτήρια, οι εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών,

και άλλα μέρη που συμμετέχουν στην διαπραγμάτευση τίτλων σύμφωνα με το νόμο και καθιέρωσε

στην Ισλανδία είναι μέλη του Ταμείου. Το ίδιο ισχύει και για οποιονδήποτε υποκαταστημάτων

από τα εν λόγω μέρη εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου εντός των συμβαλλομένων κρατών

η Σύμβαση της ΕΖΕΣ ή στις Νήσους Φερόε. Τα εν λόγω μέρη, εφεξής

ως μέλη εταιρείες, δεν φέρει ευθύνη για τυχόν υποχρεώσεων που έχουν αναληφθεί

από το Ταμείο και μετά τις θεσμοθετημένες εισφορές τους στο Ταμείο, cf. οι διατάξεις

των άρθρων 6 και 7. Η Οικονομική Εποπτική Αρχή τηρεί μητρώο

των εταιρειών μελών.

23 Το άρθρο 6 του νόμου αριθ. 98/1999 έχει ως εξής:

Το σύνολο του ενεργητικού του Τμήματος Καταθέσεων του Ταμείου ανέρχεται σε ένα

τουλάχιστον 1% του μέσου ποσού των εγγυημένων καταθέσεων στις εμπορικές

τράπεζες και τα ταμιευτήρια κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους.


Page 8

– 8 –

24 Το άρθρο 9 του νόμου αριθ. 98/1999 έχει ως εξής:

Εάν, κατά τη γνώμη της εποπτικής αρχής του χρηματοπιστωτικού, μια εταιρεία μέλος

σε θέση να καταστήσει την καταβολή του ποσού των καταθέσεων τίτλων, ή μετρητά κατά ένα

ζήτηση των πελατών για την επιστροφή ή την επιστροφή τους, σύμφωνα με

ισχύοντες όρους, το Ταμείο θα καταβάλει στον πελάτη του μέλους της Εταιρείας

το ποσό της κατάθεσης του από το Τμήμα Καταθέσεων και της αξίας των του

κινητές αξίες και μετρητά σε σχέση με την διαπραγμάτευση τίτλων από τους Τίτλους

Τμήμα. Η υποχρέωση του Ταμείου να καταστήσει πληρωμή λαμβάνει επίσης αποτέλεσμα αν

η περιουσία της Εταιρίας μέλη υπόκειται σε διαδικασία πτώχευσης σε

Σύμφωνα με το νόμο για τις εμπορικές τράπεζες και τα ταμιευτήρια και ο νόμος

στο Χαρτοφυλάκιο Συναλλαγών.

Η γνώμη της εποπτικής αρχής του χρηματοπιστωτικού θα έχουν γίνει

διαθέσιμα το αργότερο τρεις εβδομάδες μετά την Αρχή αποκτά πρώτη επιβεβαίωση

ότι η σχετική εταιρεία μέλος δεν έχει καταστεί καταβολή στον πελάτη του ή

αντιπροσώπευαν για τους τίτλους του, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της. 

Περαιτέρω προδιαγραφές όσον αφορά τις πληρωμές από το Ταμείο θα πρέπει να περιλαμβάνονται σε ένα

Κανονισμού κυβέρνηση.

25 Το άρθρο 10 του νόμου αριθ. 98/1999 έχει ως εξής:

Σε περίπτωση που τα στοιχεία του ενεργητικού της κάθε τμήματος του Ταμείου δεν επαρκούν για να

καταβάλει το συνολικό ποσό των εγγυημένων καταθέσεων, χρεόγραφα και τα μετρητά σε μέλη του

Οι εταιρείες, οι ενισχύσεις από κάθε Τμήμα [δηλαδή το Ταμείο του

καταθέσεις και τίτλους τμήματος του Ταμείου τμήμα] κατανέμονται

μεταξύ των εναγόντων ως εξής: κάθε ισχυρισμός έως 1,7 εκατομμύρια ISK καταβάλλεται

στο σύνολό τους, καθώς και κάθε ποσό που υπερβαίνει αυτό καταβάλλεται σε ίσες αναλογίες

ανάλογα με την έκταση των περιουσιακών στοιχείων του κάθε Τμήματος. Το ποσό αυτό θα πρέπει να είναι

που συνδέονται με την ισοτιμία EUR 5 Ιανουαρίου 1999. Δεν υπάρχουν περαιτέρω απαιτήσεις μπορεί να είναι

εγερθεί έναντι του Ταμείου σε μεταγενέστερο στάδιο, ακόμη και αν οι απώλειες που υπέστη ο ενάγοντες

δεν έχουν αποζημιωθεί πλήρως. Σε περίπτωση που το σύνολο του ενεργητικού του Αμοιβαίου Κεφαλαίου αποδείξει

ανεπαρκής, το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται, εάν το κρίνει επιτακτικοί λόγοι να το πράξουν,

πάρετε ένα δάνειο για την αντιστάθμιση των ζημιών που υπέστησαν από τους ενάγοντες.

Σε περίπτωση που η πληρωμή γίνεται από το Ταμείο, οι ισχυρισμοί σχετικά με την

σχετικής εταιρείας μέλους ή πτωχευτικής περιουσίας θα αναλάβει το Ταμείο.

II

Τα πραγματικά περιστατικά

26 Την 1η Ιανουαρίου 2000, η Ισλανδία εφαρμογή της οδηγίας 94/19 (στο εξής «η

Οδηγία «), μέσω της θέσπισης του νόμου αριθ. 98/1999 σχετικά με Εγγύησης Καταθέσεων

και Σύστημα Αποζημίωσης Επενδυτών. Ο νόμος αριθ. 98/1999 συστάθηκε το καταθετών και

Ταμείο Εγγυήσεων των επενδυτών που άρχισε να λειτουργεί την ίδια ημέρα.

27 Οκτωβρίου 2006, Landsbanki Islands hf (εφεξής «Landsbanki»), ξεκίνησε μια

υποκατάστημα στο Ηνωμένο Βασίλειο, που παρέχονται σε απευθείας σύνδεση λογαριασμών ταμιευτηρίου υπό την

brand name «Icesave». Μια παρόμοια Icesave online υποκατάστημά σας κατάθεση ξεκίνησε το

η Ολλανδία που άρχισε να δέχεται καταθέσεις στο Άμστερνταμ στις 29 Μαΐου 2008.


Page 9

– 9 –

Οι λογαριασμοί Icesave επέστησε σε σημαντικές καταθέσεις τόσο από τον ιδιωτικό και το δημόσιο

επενδυτές.

28 Ως μέρος μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, υπήρξε ένα τρέξιμο για λογαριασμούς Icesave

το Ηνωμένο Βασίλειο από τον Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο 2008.

29 Σύμφωνα με τον καταμερισμό των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται από την οδηγία,

καταθέσεις στα υποκαταστήματα βρετανικών και των Κάτω Χωρών της Landsbanki ήταν κάτω από το

ευθύνη των καταθετών της Ισλανδίας και των επενδυτών Ταμείο Εγγυήσεων

(Στο εξής «ΔΕΘ»), το οποίο προσέφερε μια ελάχιστη εγγύηση ISK 1 700 000 ανά

καταθέτη, σύμφωνα με το άρθρο 10 του νόμου αριθ. 98/1999. Ισλανδία δεν έκανε χρήση της

η δυνατότητα που προβλέπεται στο άρθρο 7 (2) της οδηγίας να αποκλείσει ορισμένες

κατηγορίες των καταθετών από το σύστημα εγγύησης.

30 Από τον Μάιο του 2008, Landsbanki επέλεξαν να λάβουν μέρος στην Ολλανδία καταθέσεων

σύστημα εγγύησης των καταθέσεων να συμπληρώσει σύστημα στο σπίτι του. Εκείνη τη στιγμή, η ελάχιστη

εγγυημένο ποσό στο πλαίσιο του καθεστώτος Ολλανδία ήταν 40 000 ευρώ ανά καταθέτη

το οποίο αργότερα αυξήθηκε σε 000 ευρώ ανά καταθέτη 100. Ομοίως, η Landsbanki

υποκατάστημα στο Ηνωμένο Βασίλειο εντάχθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο συστήματος εγγύησης των καταθέσεων για

πρόσθετη κάλυψη. Καταθέσεις στο βρετανικό υποκατάστημα της Landsbanki που υπερβαίνουν το

ελάχιστο εγγυημένο ποσό από το ισλανδικό ΔΕΘ αργότερα κατοχυρώνονται με την

Ηνωμένο Βασίλειο σύστημα, με ανώτατο όριο 50 000 GBP για κάθε καταθέτη λιανικής.

31 Στις 3 Οκτωβρίου 2008, Εποπτική Αρχή Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών του Ηνωμένου Βασιλείου εξέδωσε

Εποπτική Ανακοίνωση που απαιτούνται Landsbanki να λάβει ορισμένα μέτρα με

θεωρούν το Λονδίνο υποκατάστημα της. Το πρακτικό αποτέλεσμα ήταν να παγώσει τα περιουσιακά στοιχεία της

Landsbanki υποκατάστημα.

32 Στις 6 Οκτωβρίου 2008, Icesave ιστοσελίδες Landsbanki στην Ολλανδία και στην

Ηνωμένο Βασίλειο έπαψε να λειτουργεί και τους καταθέτες σε υποκαταστήματα αυτών έχασαν την πρόσβαση σε

καταθέσεις τους.

33 Την ίδια ημέρα, Αλθίνγκι, το ισλανδικό κοινοβούλιο, το οποίο εγκρίθηκε έκτακτης ανάγκης νόμος αριθ.

125/2008. Ο νόμος έκτακτης ανάγκης που προβλέπονται για τη δημιουργία νέων τραπεζών και η

χορήγηση του καθεστώτος προτεραιότητα στην πτώχευση για τους καταθέτες με τις αξιώσεις σχετικά με την

ΔΕΘ.

34 Στις 7 Οκτωβρίου 2008, Landsbanki κατέρρευσε το ισλανδικό και Οικονομικών

Εποπτική Αρχή («Fjármálaeftirlitið», στο εξής «FME») ανέλαβε την

εξουσίες της συνέλευσης των μετόχων της Landsbanki και αμέσως ανασταλεί

διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας συμβουλίου. Η FME διόρισε εκκαθάρισης επιτροπή

η οποία, με άμεση ισχύ, ανέλαβε την πλήρη εξουσία του διοικητικού συμβουλίου.

35 Την ίδια ημέρα, οι Κάτω Χώρες Κεντρική Τράπεζα υπέβαλε αίτηση για την

Περιφερειακό Δικαστήριο του Άμστερνταμ, ζητώντας να αποφανθεί ότι ορισμένες έκτακτης ανάγκης

κανονισμοί του ολλανδικού δικαίου που εφαρμόζονται.


Page 10

– 10 –

36 Μεταξύ 6 και 9 Οκτωβρίου 2008, ο Υπουργός Οικονομικών της Ισλανδίας ιδρύθηκε

νέες τράπεζες στο πλαίσιο του νόμου έκτακτης ανάγκης.

37 Στις 8 Οκτωβρίου 2008, η βρετανική κυβέρνηση ανέλαβε δράση με την καταπολέμηση της τρομοκρατίας του,

Έγκλημα και Security Act του 2001 να παγώσει επισήμως τα περιουσιακά στοιχεία της Landsbanki, και

Επίσης αρχικά κεφάλαια που σχετίζονται με Landsbanki που ανήκουν στην κατοχή, ή ελέγχονται από το FME

και η Κεντρική Τράπεζα της Ισλανδίας (στο εξής «CBI»), στο Ηνωμένο Βασίλειο.

38 μεταξύ 9 και 22 Οκτωβρίου 2008, εγχώριες καταθέσεις σε Landsbanki ήταν

μεταφερθούν στη νέα τράπεζα «New Landsbanki», η οποία ιδρύθηκε από το

Ισλανδική κυβέρνηση. Η μεταφορά έγινε με βάση την απόφαση της από 9 FME

Οκτώβριο του 2008, άσκησε τις εξουσίες του δυνάμει του νόμου περί έκτακτης ανάγκης για να επιτευχθεί μια

αναδιάρθρωση των ισλανδικών τραπεζών.

39 Στις 13 Οκτωβρίου 2008, κατόπιν αιτήματος των Κάτω Χωρών Κεντρικής Τράπεζας, το Επαρχιακό

Δικαστήριο του Άμστερνταμ κήρυξε ορισμένων κανονισμών έκτακτης ανάγκης του ολλανδικού δικαίου

ισχύει και διορισμένους διοικητές για να χειριστεί τις υποθέσεις του υποκαταστήματος,

συμπεριλαμβανομένων όλων των περιουσιακών στοιχείων και τις σχέσεις με τους πελάτες του υποκαταστήματος.

40 Στις 27 Οκτωβρίου 2008 και στη συνέχεια, η FME έκανε δηλώσεις που προκάλεσαν την

υποχρέωση για την ΔΕΘ για να κάνει τις πληρωμές, σύμφωνα με το άρθρο 9 του νόμου αριθ.

98/1999 σχετικά με Εγγύησης Καταθέσεων και Πρόγραμμα Αποζημίωσης Επενδυτών για

πελάτες των καταστημάτων Landsbanki στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Κάτω Χώρες. Το πρωτότυπο

τρίμηνη προθεσμία για τις πληρωμές επεκτάθηκε σύμφωνα με το άρθρο

10 (2) της οδηγίας έως τις 23 Οκτωβρίου 2009.

41 Στις 19 Νοεμβρίου 2008, το ΔΝΤ ενέκρινε μια διετή συμφωνία stand-by του

USD 2,1 δισεκατομμύρια Ισλανδία. Σύμφωνα με τη ρύθμιση, 827 εκατομμύρια δολάρια έγινε

διαθέσιμα αμέσως, με οκτώ επιπλέον δόσεις ύψους 155 εκατ. για

ακολουθήσουν. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της ρύθμισης του ΔΝΤ ήταν η απαίτηση να

εισαγάγει αυστηρούς ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων για να αποτραπεί η περαιτέρω υποτίμηση της ισλανδικής

κορόνα. Η συμφωνία με το ΔΝΤ βασίστηκε σε ορισμένες προβλέψεις ως προς το

του ισοζυγίου πληρωμών και της βιωσιμότητας του χρέους.

42 Στα τέλη του 2008, η αποζημίωση των καταθετών καταβλήθηκαν στο πλαίσιο των Κάτω Χωρών και

Βρετανική συστήματα εγγύησης των καταθέσεων. Όλοι οι κάτοχοι λογαριασμού λιανικής στις Ηνωμένες

Βασίλειο έλαβε (ή σε ένα πολύ μικρό αριθμό περιπτώσεων, μειώθηκε) αποζημίωση

πληρωμές από την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, για την πλήρη αξία των καταθέσεων τους. Στην

Ολλανδία, η Ολλανδική Κυβέρνηση κατέβαλε όλα τα ιδιωτικά και χονδρικής λογαριασμό

κατόχους, με ανώτατο όριο 100 000 ευρώ ανά καταθέτη.

43 Στις 28 Νοεμβρίου 2008, προσωρινούς περιορισμούς της κίνησης κεφαλαίων επιβλήθηκαν σε

αποτραπεί η περαιτέρω υποτίμηση της ισλανδικής κορόνα, καθώς ένα σημαντικό μέρος των

οικονομικό πρόγραμμα Ισλανδία ακολουθούνται κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της με το ΔΝΤ. Ο

κεφάλαιο ελέγχει περιορισμένη, σε γενικές γραμμές, όλα τα διακρατικά ξένο νόμισμα

κινήσεις εκτός από εκείνα για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών. Ένα πολύ περιορισμένη

σειρά άλλων συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με τη μετανάστευση, ήταν επίσης

εξαιρούνται από τους ελέγχους.


Page 11

– 11 –

44 Την ίδια ημέρα, η ισλανδική κυβέρνηση παρουσίασε τη μόνιμη ΕΖΕΣ

Επιτροπή και η Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ με τις κοινοποιήσεις του προστατευτικού

μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 43 ΕΟΧ. Ούτε η επιτροπή αντέδρασε αρνητικά στην

προστατευτικά μέτρα.

45 Δεκεμβρίου 2008, το ισλανδικό Κοινοβούλιο συνέστησε ειδική έρευνα

Επιτροπής (εφεξής «SIC») για να διερευνήσει και να αναλύσει τις διαδικασίες που οδηγούν

με την κατάρρευση των τριών κύριων τραπεζών στην Ισλανδία. Η έκθεση παραδόθηκε στις 12

Απριλίου 2010.

46 Με το Μάρτιο του 2009, το 93% του εμπορικού τραπεζικού τομέα στην Ισλανδία είχε αποτύχει.

Η FME εκτιμά ότι από τον Οκτώβριο του 2008 στο σύνολο των τραπεζών που αντιπροσωπεύουν το 99% του

η ισλανδική τραπεζική αγορά αποτέλεσαν αντικείμενο είτε την εκκαθάριση ή οικονομικά

αναδιάρθρωσης.

47 Την 1η Απριλίου 2009, η Μόνιμη Επιτροπή της ΕΖΕΣ και η Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ

κοινοποιήθηκαν από τις εξελίξεις σχετικά με τα προστατευτικά μέτρα.

48 Στις 9 Ιουνίου 2009, η απόφαση δέσμευσης στο Ηνωμένο Βασίλειο ήρθη.

49 Στις 4 Οκτωβρίου 2009, η ΔΕΘ δημοσίευσε μια ανακοίνωση στην ισλανδική εφημερίδα Νομική

καλώντας για απαιτήσεις που πρέπει να υποβάλλονται εντός δύο μηνών. Οι Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο

Οι κυβερνήσεις που υποβάλλονται αιτήσεις, όπως έκανε και ένας μικρός αριθμός άλλων καταθετών,

συμπεριλαμβανομένων τεσσάρων θεσμικούς επενδυτές. Αργότερα η ΔΕΘ έγραψε σε όλα τα θεσμικά

επενδυτές για να τους ενημερώσει ότι είχε αρχίσει να καταβάλει αποζημίωση σύμφωνα με το νόμο αριθ.

98/1999, και ζητεί την εκχώρηση οποιασδήποτε απαίτησης κατά τις ίδιες τις τράπεζες.

50 Στις 23 Οκτωβρίου 2009, η τελική προθεσμία για τις πληρωμές λήξει.

51 Με το φθινόπωρο του 2009, τους ελέγχους στις εισροές κεφαλαίων στην Ισλανδία αφαιρέθηκαν.

Άλλες ελέγχων κεφαλαίου παρέμεινε στη θέση του. Εν τω μεταξύ, μια στρατηγική για τη σταδιακή

απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων εισήχθη. Οι έλεγχοι αυτοί ίσχυαν όταν

τα γεγονότα που σχετίζονται με αυτές τις διαδικασίες έλαβαν χώρα.

52 Στις 30 Οκτωβρίου 2009, 16 Ιουνίου 2010 και την 1η Ιουλίου 2010, η Εποπτεύουσα μόνιμη

Επιτροπή και η Μικτή Επιτροπή του ΕΟΧ περαιτέρω κοινοποίηση των τροποποιήσεων

τα προστατευτικά μέτρα. Καμία από αυτές τις κοινοποιήσεις είχαν ως αποτέλεσμα σε οποιαδήποτε κριτική

από τις επιτροπές.

53 Μαρτίου 2010, το Επαρχιακό Δικαστήριο του Άμστερνταμ άρση των περιορισμών όσον αφορά την

Ολλανδία υποκατάστημα της Landsbanki.

54 Στις 14 Δεκεμβρίου 2011, στην υπόθεση E-3/11 Sigmarsson [2011] ΕΖΕΣ Ct. Δημ. 432,

το Δικαστήριο έκρινε ότι «ένα εθνικό μέτρο που εμποδίζει την εισερχόμενη μεταφορά σε

Ισλανδία Ισλανδικό Kronur αγοράζονται στην αγορά offshore είναι συμβατή με

Το άρθρο 43 (2) και (4) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, υπό περιστάσεις όπως αυτές της

υπόθεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου «. Η παράγραφος 50 της εν λόγω αποφάσεως ορίζει ότι «[τ]

ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 43 (2) και (4) του ΕΟΧ έκκληση για μια σύνθετη

εκτίμηση των διαφόρων μακροοικονομικών παραγόντων. Τα κράτη ΕΖΕΣ πρέπει να απολαμβάνουν


Page 12

– 12 –

μια ευρεία διακριτική ευχέρεια, τόσο για να καθοριστεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις

πληρούνται, καθώς και η επιλογή των μέτρων που λαμβάνονται, καθώς τα μέτρα αυτά, σε πολλές περιπτώσεις

αφορούν βασικές επιλογές της οικονομικής πολιτικής. »

III

Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

55 Στις 26 Μαΐου του 2010, ο ΕΟΔ εξέδωσε προειδοποιητική επιστολή στην Ισλανδία αντλείται από μια

αποτυχία να εξασφαλιστεί ότι οι καταθέτες της Icesave στις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο

Βασίλειο έλαβε πληρωμή της παρεχόμενης ελάχιστο ποσό της αποζημίωσης

στο άρθρο 7 (1) της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε, εντός των χρονικών ορίων που καθορίζονται

στο άρθρο 10 της οδηγίας, κατά παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το

Οδηγία και / ή το άρθρο 4 του ΕΟΧ.

56 Ισλανδία κλήθηκε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παραλαβή

της εν λόγω επιστολής. Κατόπιν αιτήματος της ισλανδικής κυβέρνησης, χορηγείται ΕΣΛ

επεκτάσεις της εν λόγω προθεσμίας, πρώτα μέχρι τις 8 Σεπτεμβρίου 2010, στη συνέχεια, μέχρι τις 7 Δεκεμβρίου

2010 και, τέλος, μέχρι τις 2 Μαΐου 2011.

57 Στις 2 Μαΐου 2011, η ισλανδική κυβέρνηση απάντησε στο έγγραφο οχλήσεως.

Στην απάντησή της, η ισλανδική κυβέρνηση υποστήριξε ότι δεν ήταν κατά παράβαση του του

υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία και το άρθρο 4 του ΕΟΧ.

58 Στις 10 Ιουνίου 2011, πειστεί από την απάντηση της Ισλανδίας στην προειδοποιητική επιστολή,

ESA της αιτιολογημένης γνώμης της στην Ισλανδία.

59 Στις 30 Σεπτεμβρίου 2011, η Ισλανδία απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη.

60 Στις 13 Δεκεμβρίου 2011, η Ισλανδία υπέβαλε συμπληρωματική επιστολή που περιείχε

περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την εκκαθάριση της περιουσίας συμπεριλαμβανομένων Landsbanki

περιλήψεις των πρόσφατων αποφάσεων Ανώτατο Δικαστήριο της Ισλανδίας σχετικά με την

αναδιάταξη της προτεραιότητας των πιστωτών ότι η εκκαθάριση.

61 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Δεκεμβρίου 2011, ο ΕΟΔ άσκησε προσφυγή

σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 31 της συμφωνίας μεταξύ των χωρών ΕΖΕΣ

Μελών σχετικά με την ίδρυση Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου

(Στο εξής «SCA»), με αίτημα να αναγνωριστεί ότι, παραλείποντας να εξασφαλίσει την καταβολή του

το ελάχιστο ποσό της αποζημίωσης στους καταθέτες της Icesave στην Ολλανδία

και το Ηνωμένο Βασίλειο που προβλέπεται στο άρθρο 7 (1) της πράξης που αναφέρεται στο

σημείο 19α του παραρτήματος IX της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στο πλαίσιο

οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 10 του νόμου, η Ισλανδία παρέλειψε να συμμορφωθεί

με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το νόμο, και ιδίως τα άρθρα 3, 4, 7 και

10 και / ή το άρθρο 4 του ΕΟΧ και διατάσσει την καθής στα δικαστικά έξοδα της

διαδικασίας.

62 Στις 3 Φεβρουαρίου του 2012, η Ισλανδία ζήτησε παράταση της περιόδου κατά την οποία να

υποβάλει την άμυνά της. Η αίτηση έγινε δεκτή από τον Πρόεδρο στις 6 Φεβρουαρίου

2012, τάσσοντας προθεσμία για την υποβολή της υπεράσπισης της 8ης Μαρτίου 2012.


Page 13

– 13 –

63 Με το υπόμνημα που κατέθεσε στο Δικαστήριο στις 8 Μαρτίου 2012, η Ισλανδία υποστηρίζει ότι η

Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την προσφυγή και ζητεί να καταβάλει η ESA το κόστος της.

64 Στις 28 Μαρτίου 2012, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε να παρέμβει στην

υποστήριξη της ESA.

65 Στις 10 Απριλίου 2012, ESA υπέβαλε την απάντησή της στην άμυνα.

66 Στις 23 Απριλίου 2012, μετά από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν από τα μέρη, η Ευρωπαϊκή

Επιτροπή επετράπη να παρέμβει με Διάταξη του Προέδρου.

67 Στις 7 Μαΐου 2012, η Samstaða þjóðar (Εθνικού Συνασπισμού Ενότητας), μια ένωση

νηολογημένα στην Ισλανδία, ζήτησε να παρέμβει σύμφωνα με το άρθρο 36 του πρωτοκόλλου

5 της SCA για το καταστατικό του Δικαστηρίου της ΕΖΕΣ για τη στήριξη των αιτημάτων της

ζήτησε από την Ισλανδία.

68 Στις 9 Μαΐου 2012, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπέβαλαν γραπτές

παρατηρήσεις.

69 Στις 11 Μαΐου 2012, η Ισλανδία υπέβαλε υπόμνημα ανταπάντησης. Την ίδια ημερομηνία, η

Κυβέρνηση του Λιχτενστάιν υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις.

70 Στις 15 Μαΐου 2012, η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών και της κυβέρνησης της

Νορβηγία υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις. Περαιτέρω, η Ισλανδία υπέβαλε μια επείγουσα

να ζητήσουν να λάβουν τις γραπτές παρατηρήσεις. Αυτό το αίτημα έγινε δεκτό από το

Γραμματέα στις 16 Μαΐου 2012.

71 Στις 23 Μαΐου 2012, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε υπόμνημα

παρέμβασης.

72 Στις 15 Ιουνίου 2012, η αίτηση παρεμβάσεως του Samstaða þjóðar ήταν

απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη με διάταξη του Προέδρου.

73 Στις 20 Ιουνίου 2012, η Ισλανδία υπέβαλε την απάντησή της στην ανακοίνωση στην παρέμβαση

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

74 Γίνεται αναφορά στην έκθεση για την επ ‘ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά,

η διαδικασία, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων, τα οποία αναφέρονται ή

επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου. 74 Γίνεται αναφορά στην έκθεση για την επ ‘ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά,

η διαδικασία, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων, τα οποία αναφέρονται ή

επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.


Page 14

– 14 –

IV

Η δράση

Πρώτος λόγος: Υποχρέωση του αποτελέσματος

Επιχειρήματα των διαδίκων και της παρεμβαίνουσας

Ο προσφεύγων

75 Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι ότι, παραλείποντας να εξασφαλίσει την καταβολή της αποζημίωσης

Icesave καταθέτες που κατέχουν περιουσιακά στοιχεία σε υποκαταστήματα της Landsbanki στο Ηνωμένο Βασίλειο και την

Ολλανδία εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στην οδηγία, ο εναγόμενος έχει

παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 3, 4, 7 και 10 της οδηγίας.

76 ESA υποστηρίζει ότι η οδηγία επιβάλλει υποχρέωση αποτελέσματος για τα κράτη του ΕΟΧ να

διασφαλιστεί ότι ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων έχει ρυθμιστεί σε θέση να εγγυηθεί ότι, σε

η περίπτωση που οι καταθέσεις καθίστανται μη διαθέσιμες, το σύνολο των καταθέσεων κάθε καταθέτη

καλύπτονται σε όλες τις περιπτώσεις με το ποσό που καθορίζεται στο άρθρο 7 (1) του

Οδηγίας. Επιπλέον, η υποχρέωση αποτελέσματος απαιτεί από τα κράτη να διασφαλίζουν ότι δεόντως

Οι αποδεδειγμένες απαιτήσεις καταθετών που καταβάλλονται εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 10

της οδηγίας.

77 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Ισλανδία δεν έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις της, απλώς και μόνο με

τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο και τη συγκρότηση και την αναγνώριση ενός

σύστημα εγγύησης των καταθέσεων, χωρίς καμία σχέση με το αν η αποζημίωση του

καταθετών είναι, στην πραγματικότητα, διασφαλίζεται υπό τους όρους που προβλέπονται στην οδηγία.

78 Σύμφωνα με την ESA, η ερμηνεία αυτή της οδηγίας είναι σύμφωνη με τη νομολογία

του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «ΔΕΚ»). Σε του ΕΟΔ

άποψη, όπως προκύπτει από την απόφαση C-222/02 Paul κ.λπ. [2004], σ. I-9425,

παραγράφους 26, 27 και 30, ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θεωρεί ότι τα άρθρα 7 και 10 της

Οδηγίας απαιτεί σαφή και ακριβή αποτελέσματα που πρέπει να επιτευχθούν.

79 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, επίσης, ότι εναπόκειται στις εθνικές αρχές να καθορίσουν

πώς να επιτύχουν το αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία, με τον τρόπο που κρίνουν

καταλληλότερο. Στην προκειμένη περίπτωση, αν όλα τα άλλα αποτύχουν, προκειμένου να εκπληρώσει τους

καθήκοντα στο πλαίσιο της οδηγίας, το κράτος του ΕΟΧ το ίδιο μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για το

αποζημίωση των καταθετών στο ποσό που προβλέπεται στο άρθρο 7 του

Οδηγίας.

80 Εν προκειμένω, ο ΕΟΔ επισημαίνει ότι στην εκτίμηση των επιπτώσεων της 12ης Ιουλίου 2010 (βλ.

Έγγραφο εργασίας της Επιτροπής – Εκτίμηση επιπτώσεων της 12ης Ιουλίου 2010,

SEC (2010) 834/2? Εφεξής «Επιπτώσεων»), οι υπηρεσίες της Επιτροπής

ορίζονται διάφορα μέσα χρηματοδότησης εγγύησης των καταθέσεων του ταμείου, συμπεριλαμβανομένης της εκ των προτέρων

εισφορές, εισφορές εκ των υστέρων, κρατικά δάνεια και άμεσες κρατικές παρεμβάσεις.

Ωστόσο, η ίδια η οδηγία δεν διευκρινίζει πώς εγγύησης των καταθέσεων ταμεία

θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν.

81 Εξάλλου, ο ΕΟΔ υποστηρίζει ότι οι εξαιρετικές περιστάσεις, όπως η οικονομική κρίση

του μεγέθους εμπειρία στην Ισλανδία, δεν μπορεί να μεταβάλει την υποχρέωση να


Page 15

– 15 –

αποζημίωση των καταθετών, σύμφωνα με το άρθρο 7 (1) της οδηγίας. Με

Αντιθέτως, το άρθρο 10 (2) της οδηγίας αναφέρει ρητά «εξαιρετική

περιστάσεις », όπως επιτρέπει για ορισμένες επεκτάσεις της προθεσμίας για την καταβολή της

αποζημίωση. Έτσι, κατά την άποψή της ESA, η επίδραση των «εξαιρετικών περιστάσεων» είναι

περιορίζονται στο να αιτιολογήσουν ορισμένες καθυστερήσεις πληρωμών.

82 ESA υποστηρίζει, επιπλέον, ότι η ΔΕΘ αποτελεί προέκταση του ισλανδικού κράτους στο

η έννοια της συμφωνίας ΕΟΧ και, ως εκ τούτου, οποιαδήποτε προεπιλογή του ότι

ίδρυμα σχετίζονται άμεσα με το κράτος τόσο στη νομοθεσία όσο και στην πράξη.

83 Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, το δόγμα της ανωτέρας βίας δεν ισχύει στην

προκειμένη περίπτωση και, εν πάση περιπτώσει, δεν απαλλάσσει την Ισλανδία από τις υποχρεώσεις που υπέχει

η οδηγία.

84 Η προσφεύγουσα δέχεται ότι ένα κράτος ένεση κεφαλαίων για την αναχρηματοδότηση των καταθέσεων

σύστημα εγγύησης μπορεί να συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 61

ΕΟΧ. Κατά την άποψή της, ωστόσο, αυτό φαίνεται να είναι συμβατή με την κρατική ενίσχυση

κανόνες. Η προσφεύγουσα παρατηρεί, εξάλλου, ότι οι ισλανδικές αρχές δεν

πλησίασε για να συζητήσουν τη συμβατότητα οποιασδήποτε μορφής κρατική παρέμβαση

αυτή την περίπτωση. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων δεν περιορίζουν την

κατηγορούμενος από τη μεταφορά των εθνικών καταθέσεις στη Νέα Landsbanki.

Η παρεμβαίνουσα

85 Η Επιτροπή τονίζει ότι η οδηγία είναι δεσμευτική για τον ΕΟΧ

και όχι για τους οργανισμούς που δημιουργούνται από τα κράτη μέλη προκειμένου να συμμορφωθούν με

υποχρεώσεις τους στο πλαίσιο των σχετικών οδηγιών.

86 Στην περίπτωση αυτή, η οδηγία επιβάλλει υποχρεώσεις του αποτελέσματος για τον ΕΟΧ κρατών για την

βάση τη διατύπωση των άρθρων 3, 4, 7 και 10 της οδηγίας.

87 Η παρεμβαίνουσα ισχυρίζεται ότι, μετά την εισαγωγή του καθεστώτος, τις υποχρεώσεις της

αποτέλεσμα περιλαμβάνει την υποχρέωση να διασφαλίσει ότι ο σύστημα εγγύησης των καταθέσεων είναι

ικανή να εξασφαλίσει την επιστροφή των καλυπτόμενων καταθέσεων. Σε περίπτωση μιας τράπεζας

κατάρρευση, οι καταθέτες καλύπτονται κατ ‘ανώτατο όριο 20 000 ευρώ. Κατά την άποψη της

παρεμβαίνουσα, αν ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων δεν έχει επαρκή χρηματοδότηση, η

Ενδιαφερόμενο κράτος μέλος πρέπει να θεωρηθεί ότι παραβιάζει την οδηγία.

88 Ενόψει του, οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα στερούσε τη διάταξη αναποτελεσματική για

επιτύχει το στόχο της οδηγίας, που είναι, να παρέχει εγγύηση στους καταθέτες

όταν οι καταθέσεις καθίστανται μη διαθέσιμες, καθώς οι καταθέτες δεν θα είναι σε θέση να βασίζονται σε

συστήματα εγγύησης των καταθέσεων. Μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν επίσης αποτυγχάνουν να επιτύχουν το

σκοπό τη διασφάλιση της προστασίας τελευταία λύση.

89 Η παρεμβαίνουσα συμφωνεί με την εκτίμηση του αιτούντος, δηλαδή, ότι αυτή η ερμηνεία

είναι σύμφωνη με τη νομολογία του ΔΕΚ. Κατά την άποψη της παρεμβαίνουσας, η υποχρέωση του

αποτέλεσμα μπορεί να συναχθεί σαφώς από τον Paul κ.λπ. (όπ.π.).


Page 16

– 16 –

90 Η παρεμβαίνουσα τονίζει ότι τα κράτη του ΕΟΧ είναι ελεύθεροι να αποφασίσουν πώς καταθέσεων

Τα συστήματα εγγύησης χρηματοδότηση, προκειμένου να πληρώσει αποζημίωση σύμφωνα με

η οδηγία. Κατά την άποψή του, ένα κράτος μπορεί να καθορίσει, για παράδειγμα, ότι η

υπόλοιπες τράπεζες, καθώς και πρόσφατα δημιούργησε τις τράπεζες, πρέπει να συμβάλουν στην

αναχρηματοδότησης του συστήματος στο βαθμό που απαιτείται για την εξασφάλιση της αποπληρωμής του

καταθετών, ή ότι τα συστήματα λαμβάνουν από μακροπρόθεσμα δάνεια με επιτόκια της αγοράς.

91 Οι επιλογές αυτές θα αντικατοπτρίζει το στόχο που εκφράζεται στην αιτιολογική σκέψη 23 του προοιμίου

της οδηγίας, δηλαδή, ότι το κόστος των συστημάτων θα πρέπει, κατ ‘αρχήν, να

αναλαμβάνονται από τα πιστωτικά ιδρύματα.

92 Κατά την παρεμβαίνουσα, η πιθανότητα δεν μπορεί να αποκλειστεί, ωστόσο, ότι μια

Κράτος του ΕΟΧ, δεν έχει άλλη επιλογή από το να καταφύγουν σε κρατική χρηματοδότηση. Επαναλαμβάνει ότι

αυτό είναι ένα θέμα το οποίο είναι στη διακριτική ευχέρεια του ΕΟΧ ίδιο το κράτος.

93 Η παρεμβαίνουσα ισχυρίζεται ότι καμία διάταξη της οδηγίας επιτρέπει ΕΟΧ κράτη μέλη να

αγνοούν τους κανόνες της σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπως μια οικονομική κρίση. Σε του

προβολή, η οδηγία επινοήθηκε ακριβώς για να ασχοληθεί με το έκτακτο γεγονός,

της χρεοκοπίας μιας τράπεζας, συμπεριλαμβανομένων των περιστάσεων υπό τις οποίες εποπτεία δεν έχει αποδειχθεί

επαρκής για να σώσει μια τράπεζα. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν περιλαμβάνει καμία επιπλέον

παρέκκλισης πέρα και πάνω από ό, τι προβλέπεται στο άρθρο 10 (2) της οδηγίας.

94 Εξάλλου, η παρεμβαίνουσα θεωρεί ότι, βάσει της νομολογίας, η

δύναμη λόγος ανωτέρας κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί.

95 Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η παρούσα υπόθεση αφορά την υποχρέωση του

ένα κράτος του ΕΟΧ σύμφωνα με την οδηγία για την εξασφάλιση της αποζημίωσης που προβλέπεται από το

Οδηγίας. Οποιαδήποτε ευθύνη του κράτους έναντι των αναληφθεισών έναντι μεμονωμένων καταθέτες ότι δεν έχουν

εξασφαλίζεται η αποζημίωση που προβλέπεται από την οδηγία είναι ένα διαφορετικό ζήτημα. Τέτοιος

ευθύνη θα πρέπει να καθορίζονται από το εθνικό δικαστήριο.

Ο κατηγορούμενος

96 Η καθής υποστηρίζει ότι η οδηγία δεν επιβάλλει καμία υποχρέωση για ένα αποτέλεσμα

ΕΟΧ κράτος να χρησιμοποιήσει τους δικούς της πόρους, προκειμένου να διασφαλιστεί η καταβολή του ενός καταθέσεων

σύστημα εγγύησης των καταθέσεων σε περίπτωση κατά την οποία «όλα τα άλλα αποτύχουν». Οι υποχρεώσεις

από το κράτος περιορίζεται στην εξασφάλιση της ορθής εγκατάστασης, την αναγνώριση και την

ορισμένες επίβλεψη ενός συστήματος εγγύησης των καταθέσεων.

97 Επιπλέον, η καθής υποστηρίζει ότι καμία διάταξη της οδηγίας δεν προκύπτει ότι

οποιαδήποτε μορφή κρατικής εγγύησης ή την κρατική χρηματοδότηση απαιτείται βάσει της οδηγίας, σε

ιδίως όταν ένα καθεστώς εγγυήσεων δεν είναι σε θέση να καταβάλει αποζημίωση. Δίνει μια

υποχρέωση του κράτους να δημιουργήσει και να επιβλέπει ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων,

αλλά δεν υπάρχει καμία απολύτως πρόταση που οφείλει να καταβάλει αποζημίωση.

98 αιτιολογικές σκέψεις 4, 23 και 25 του προοιμίου της οδηγίας καθιστά σαφές ότι η χρηματοδότηση

για συστήματα εγγύησης των καταθέσεων θα προέλθει από τις τράπεζες. Ωστόσο, η


Page 17

– 17 –

περίπτωση αιτούντος μετατρέπει την οδηγία από ένα μέτρο που χρηματοδοτούνται από τις τράπεζες σε

ένα μέτρο που επιβάλλει τεράστιες δυνατότητες υποχρεώσεις για το κράτος.

99 Το άρθρο 7 (6) της οδηγίας είναι η μόνη λειτουργική διάταξη που ασχολείται με την

σενάριο ότι ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων μπορεί να είναι σε θέση να καταβάλλουν τις δεόντως ειδικευμένο

αξιώσεις. Ωστόσο, η λύση που αντιμετωπίζονται από αυτή διάταξη, στην περίπτωση των μη-

πληρωμή είναι μια δράση κατά του καθεστώτος και όχι το κράτος του ΕΟΧ.

100 Το μοναδικό σκοπό την αιτιολογική σκέψη 24 του προοιμίου της οδηγίας είναι να αποκλείσει κράτος

ευθύνη σε περίπτωση που η αποζημίωση των καταθετών, όπως επιβεβαιώθηκε από το ΔΕΚ

απόφαση Paul κ.λπ., και ιδίως από τη γερμανική έκδοση της εν λόγω

αιτιολογική σκέψη.

101 Όσον αφορά τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας ότι δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι

η ΔΕΘ δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει με τη σχεδόν ολοκληρωτική αποτυχία των τραπεζών της Ισλανδίας, στο

άποψη κατηγορουμένου, αυτό δεν δείχνει καμία παράλειψη από την πλευρά της να εφαρμόσει το

Οδηγία σωστά. Η Επιτροπή υποστηρίζει – και ισχυρίζεται ότι βρίσκουν ιδιαίτερη στήριξη για τους

επιχείρημα στην εκτίμηση των επιπτώσεων – ότι δεν σύστημα εγγύησης των καταθέσεων θα μπορούσε να

να αναλάβει μια τέτοια μεγάλη κλίμακα αποτυχία τραπεζών.

102 Η καθής υποστηρίζει ότι, εάν η υποχρέωση αποτελέσματος που επιβάλλονται από την οδηγία

ήταν ότι το κράτος πρέπει να εξασφαλίζει την καταβολή της αποζημίωσης, σε οποιαδήποτε

περιστάσεις, τότε, αν όλα τα άλλα αποτύχουν, το κράτος θα πρέπει να βήμα in Αυτό θα

είναι η περίπτωση δεν έχει σημασία πόσο πολλές επιλογές υποθετικά ένα κράτος έχει. Η λογική του

επιχείρημα αιτούντος – έτσι ο εναγόμενος ισχυρίζεται – είναι ότι το κράτος έχει μείνει χωρίς

επιλογή καθόλου αν θα χρησιμοποιήσει τους πόρους της για να χρηματοδοτήσει ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων – σε

τουλάχιστον όταν όλα τα άλλα αποτύχουν.

103 Η καθής υποστηρίζει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια να εγγυηθεί εγγύησης των καταθέσεων

σύστημα χρησιμοποιώντας τους πόρους του κράτους δημιουργεί τα δικά της προβλήματα. Αυτά περιλαμβάνουν

τεράστιο κόστος για το κράτος, ο ηθικός κίνδυνος από την πλευρά των τραπεζών, καθώς και μια σύνδεση

μεταξύ των υποχρεώσεων των τραπεζών και την οικονομική έκθεση του κράτους. Ότι

το είδος του συνδέσμου μπορεί να έχει πολύ σοβαρές συνέπειες. Μια σοβαρή οικονομική κρίση εύκολα

μετατρέπεται σε μια πιθανή χρεοκοπία.

104 Κατά την άποψη της καθής, όπου διαδεδομένη αποτυχία τραπεζών λαμβάνει χώρα, άλλες

απαιτούνται εργαλεία πολιτικής. Συναφώς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Επιτροπή είναι

λαμβάνοντας υπόψη μια δέσμη των μεταρρυθμίσεων για την τραπεζική εποπτεία στην Ευρώπη που έχει ως στόχο να

ενισχύσει τα διαθέσιμα μέτρα. Κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, ιδίως, θα επιτρέψει στην

αιτούντα να εξασφαλίσει ότι κάθε ένεση κρατικών κεφαλαίων στο τραπεζικό σύστημα δεν είναι

πιο εκτεταμένη από ό, τι πρέπει να είναι, και ότι η ενιαία αγορά δεν είναι αρνητικά

επηρεάζονται.

105 Η καθής παρατηρεί ότι η ερμηνεία της οδηγίας που προέβαλε η

αιτών βασίζεται στον στόχο της προστασίας των καταναλωτών. Ωστόσο, κατά την άποψή της,

μέτρα για την προστασία των καταναλωτών πρέπει πάντοτε να υπάρχει ισορροπία μεταξύ του κόστους και

οφέλη. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, το δίκαιο ΕΟΧ αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών

προστασία, αλλά δεν είναι η υψηλότερη δυνατή. Αν η προσέγγιση της προσφεύγουσας ήταν να


Page 18

– 18 –

επικρατήσουν, αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρούς κινδύνους και επιβαρύνσεις για τα κράτη του ΕΟΧ, πέρα από

περισυλλογή τους, όταν εκδόθηκε η οδηγία. Τελικά, αυτό θα μπορούσε να είναι

το βάρος των ίδιων των καταναλωτών.

106 Η καθής υποστηρίζει ότι το αν ή όχι η ΔΕΘ αποτελεί προέκταση του κράτους

δεν έχει καμία σημασία για την παρούσα υπόθεση.

107 Οι κατηγορούμενος συνάγει από την εκτίμηση των επιπτώσεων που μια ένεση του κράτους

πόροι στο τραπεζικό σύστημα της όπως η επίμαχη στην παρούσα υπόθεση ποσά

στις κρατικές ενισχύσεις. Ως εκ τούτου, ήταν ένα κράτος του ΕΟΧ σύμφωνα με την υποχρέωση να

πληρωμές αυτού του είδους ως αυτόματο αποτέλεσμα της οδηγίας, εφόσον «όλα τα άλλα αποτύχουν», οι

Κρατική εγγύηση θα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εποπτείας των κρατικών ενισχύσεων.

108 Στο πλαίσιο αυτό, η καθής παρατηρεί ότι η Επιτροπή στην πρότασή της για

η αρχική οδηγία και το 2010, εκτίμηση του αντικτύπου αναγνωρίζεται ότι οι δημόσιες

χρηματοδότηση τομέα θα υπόκεινται σε κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και ότι δεν θα υπάρχει

υποχρέωση παροχής αυτών. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει προφανώς πεδίο

για σοβαρές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, εάν ένα κράτος Bails ένα εγγύησης των καταθέσεων

σύστημα – στην ουσία επιδότηση των τραπεζών της. Κατά την άποψή του, κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων είναι εκεί για να

διασφαλιστεί ότι αυτό το είδος της δραστηριότητας ρυθμίζεται από τον αιτούντα.

109 Επικουρικώς, η καθής υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν η οδηγία ήταν να

επιβάλλει αυστηρές υποχρεώσεις από το κράτος για τη χρηματοδότηση του συστήματος εγγύησης σε περίπτωση

της κατάρρευσης της, δεν είχε τη δυνατότητα να το πράξει λόγω ανωτέρας βίας.

Άλλοι συμμετέχοντες να υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις

Λιχτενστάιν

110 Λιχτενστάιν ερμηνεύει τη διατύπωση της πρότασης οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με

συστήματα εγγύησης των καταθέσεων να δείχνουν ότι η οδηγία είχε ως στόχο την αντιμετώπιση

με την αποτυχία των επιμέρους τραπεζών? όχι με την κατάρρευση μιας ολόκληρης τραπεζικής

σύστημα. Λιχτενστάιν ισχυρίζεται ότι δεν είχε προβλεφθεί ότι μια γενική και

αυτόματη ευθύνη κράτος καλύπτει το κόστος της αποτυχίας του συνόλου

τραπεζικό σύστημα θα προκύψουν από την οδηγία.

Οι Κάτω Χώρες

111 Η Ολλανδία υποστηρίζει ότι η υποχρέωση να συμμορφωθεί με το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με

η οδηγία προκύπτει τόσο από τις γενικές υποχρεώσεις που απορρέουν από το δίκαιο ΕΟΧ και την

υποχρέωση του κράτους σε σχέση με την οδηγία. Οι Κάτω Χώρες θεωρούν ότι

η υπεράσπιση της ανωτέρας βίας δεν είναι διαθέσιμο στην Ισλανδία, δεδομένου ότι μπορούν να στηρίζονται μόνο στις

παρεκκλίσεις που προβλέπονται από την ίδια την οδηγία. Αλλά ακόμη και αν η οδηγία ήταν να

επιτρέψει την άμυνα ανωτέρας βίας, κατά την άποψη των Κάτω Χωρών, της Ισλανδίας δεν μπορεί να

βασίζονται σε αυτές, καθώς παρέλειψε να κοινοποιήσει ESA για τις δυσκολίες και δεν δείχνουν

κατάλληλες λύσεις. Επιπλέον, οι Κάτω Χώρες υποστηρίζουν ότι η οικονομική

δυσκολίες μπορεί να γίνει δεκτό ως δικαιολογία βάσει του δικαίου ΕΟΧ, ώστε να είναι δυνατή


Page 19

– 19 –

οικονομικές δυσκολίες ως άμυνα θα αποδυνάμωνε αδικαιολόγητα την αποτελεσματικότητα της

Οδηγίας.

112 Κατά την άποψη των Κάτω Χωρών, της Ισλανδίας απέτυχαν σε κάθε περίπτωση, να αποδείξει μια δύναμη

ανωτέρας άμυνα επί της ουσίας, δεδομένου ότι προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία που είναι σε μεγάλο βαθμό γενική

στη φύση και με βάση τον ισχυρισμό και όχι απόδειξη. Επιπλέον, η Ισλανδία επίσης απέτυχε

να αποδείξει ότι υπήρχε μια «απόλυτη αδυναμία» της για την ίδρυση κάθε μορφής

σύστημα εγγύησης των καταθέσεων που θα ήταν σε θέση να εξασφαλίζει τα αποτελέσματα

ζήτησε από την οδηγία.

Νορβηγία

113 Νορβηγία υποστηρίζει ότι μια γενική και αυτόματη ευθύνη του κράτους για

αποζημίωση των καταθετών ως έσχατη λύση θα επιβάλει σημαντικές οικονομικές

επιβάρυνση για τα κράτη του ΕΟΧ. Χωρίς σαφή και ακριβή διατύπωση της οδηγίας, η

ύπαρξη μιας τέτοιας υποχρεώσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί. Η υποχρέωση του για τέτοιου είδους

το τμήμα του ΕΟΧ δεν προκύπτει από το προοίμιο της οδηγίας ή

οι προπαρασκευαστικές εργασίες. Επιπλέον, η αιτιολογική σκέψη 24 του προοιμίου της οδηγίας

φαίνεται να αποκλείει αυτόματα την ευθύνη του κράτους.

Το Ηνωμένο Βασίλειο

114 Το Ηνωμένο Βασίλειο ερμηνεύει την οδηγία ως επιβολή υποχρέωσης για τον ΕΟΧ

Κράτη μέλη να εξασφαλίζουν ότι οι σχετικές συστήματα εγγύησης των καταθέσεων θα πρέπει να πληρώσει ένα

προβλέπεται αποζημίωση για κάθε επιλέξιμο επενδυτή εντός της ισχύουσας προθεσμίας

σε περίπτωση μη διαθεσιμότητας των καταθέσεων, κατά την έννοια της οδηγίας.

115 Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι τα επιχειρήματα που σχετίζονται με ανωτέρας βίας θα πρέπει να είναι

απέρριψε ως κράτος του ΕΟΧ μπορούν να στηρίζονται μόνο στις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο

Ίδια την οδηγία. Ήταν ανωτέρας βίας διαθέσιμο ως υπεράσπιση, ο κατηγορούμενος θα

πρέπει να ενημερώνει τον αιτούντα για τις δυσκολίες του και να προτείνει τις κατάλληλες λύσεις.

116 Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει, επίσης, ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να αποδείξει την άμυνά της σε

το βάσιμο, καθόσον παρέλειψε να δείξει ότι θα ήταν απολύτως αδύνατο

για να διαπιστώσει οποιαδήποτε μορφή του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων σύμφωνα με την οδηγία. Ο

Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται επίσης ότι τα στοιχεία που παρέχονται από τον εναγόμενο σε

υποστήριξη της υπόθεσης του ήταν σε μεγάλο βαθμό γενικού χαρακτήρα και με βάση ισχυρισμούς όχι

από αποδεικτικά στοιχεία.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

117 Για τους σκοπούς του πρώτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να εκτιμηθεί κατά πόσο σε μια συστηματική

κρίση του μεγέθους εμπειρία στην Ισλανδία η ίδια η οδηγία προβλέπει ότι

ο εναγόμενος θα πρέπει να έχουν εξασφαλίσει την καταβολή στους καταθέτες σε υποκαταστήματα της Icesave

στις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με τα άρθρα 3, 4, 7

και 10 της οδηγίας. Επιπλέον, θα πρέπει επίσης να αξιολογηθεί κατά πόσον η

καθής παρέβη την υποτιθέμενη υποχρέωση αποτελέσματος.


Page 20

– 20 –

118 Το Δικαστήριο υπενθυμίζει, καταρχάς, ότι η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων μπορούν να βρεθούν

μόνο εάν υπάρχει, κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, η

Αντίθετα η κατάσταση με το νόμο ΕΟΧ που είναι αντικειμενικά αποδίδεται στο κράτος του ΕΟΧ

ενδιαφερόμενο (βλέπε, για παράδειγμα, υπόθεση E-8/11 ESA v Ισλανδία [2011] ΕΖΕΣ Ct. Δημ.

467, σκέψη 34).

119 Κατά συνέπεια, η φύση του αποτελέσματος που πρόκειται να επιτευχθεί καθορίζεται από το

ουσιαστικές διατάξεις του ατόμου εν λόγω οδηγίας.

120 Όσον Ο πρώτος λόγος αφορά το ζήτημα αν η υποτιθέμενη υποχρέωση αποτελέσματος

προκύπτει άμεσα από την οδηγία, θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι, όπως ορίζεται στο

Το άρθρο 7 του ΕΟΧ, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά των οδηγιών είναι ακριβώς ότι

πρόκειται να επιτευχθεί ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, ενώ αφήνοντας στον ΕΟΧ κρατών

και των εθνικών αρχών τους πώς να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει ένα

γενική υποχρέωση για τα κράτη του ΕΟΧ να διασφαλιστεί ότι οι διατάξεις της οδηγίας

είναι πλήρως αποτελεσματική.

121 Ευρωπαϊκή νομοθετική πρακτική αποδεικνύει ότι μπορούν να υφίστανται μεγάλες διαφορές όσον αφορά την

τύπους των υποχρεώσεων που οι οδηγίες επιβάλλουν τα κράτη του ΕΟΧ και, συνεπώς,

τα αποτελέσματα που πρέπει να επιτευχθούν. Μερικές οδηγίες απαιτούν τη λήψη νομοθετικών μέτρων

που πρέπει να ληφθούν σε εθνικό επίπεδο και τήρηση των μέτρων αυτών είναι η

υπόκειται σε δικαστικό ή διοικητικό έλεγχο. Άλλες οδηγίες ορίζουν ότι η

ΕΟΧ, τα κράτη οφείλουν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι ορισμένοι στόχοι

διατυπώνεται κατά τρόπο γενικό και επιτυγχάνονται όχι προσδιορίσιμο, αφήνοντας τους

κάποια διακριτική ευχέρεια ως προς τη φύση των μέτρων που πρέπει να ληφθούν. Ωστόσο, άλλες οδηγίες

απαιτήσει από τον ΕΟΧ κράτη μέλη να λάβουν πολύ συγκεκριμένα αποτελέσματα μετά από μια ορισμένη

περίοδο (συγκρίνετε υπόθεση C-60/01, Επιτροπή κατά Γαλλίας [2002], σ. I-5679,

παραγράφους 26 έως 28, και τη νομολογία και παραδείγματα που αναφέρθηκαν).

122 Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου 1 για τον ΕΟΧ

Συμφωνία, δεν προοίμια των πράξεων που αναφέρονται στα παραρτήματα προσαρμόζονται για

Για τους σκοπούς της συμφωνίας. Είναι σχετικές με το μέτρο που είναι αναγκαίο για την

ορθή ερμηνεία και εφαρμογή, στο πλαίσιο του ΕΟΧ

Συμφωνία, από τις διατάξεις που περιλαμβάνονται σε αυτές τις πράξεις (βλέπε, για παράδειγμα, υπόθεση

E-14/11 DB Schenker κατά ESA, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2012, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί,

σκέψη 125).

123 Επιπλέον, πρέπει να προστεθεί ότι το ζήτημα αν ένα κράτος του ΕΟΧ είναι υποχρεωμένη

για την παροχή αποζημίωσης για ζημίες που προκαλούνται στους ιδιώτες, ως αποτέλεσμα

παράβασης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμφωνία για τον ΕΟΧ για τις οποίες το εν λόγω κράτος μπορεί να

υπεύθυνος (βλέπε, για παράδειγμα, υπόθεση E-9/97 Sveinbjörnsdóttir [1998] ΕΖΕΣ

Ct. Δημ. 95, σκέψεις 62 και 63, και απόφαση της E-2/12 HOB-vin ΙΙΙ, απόφαση της 11

Δεκέμβριο 2012, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, σκέψη 117 επ..) Βρίσκεται εκτός του πεδίου εφαρμογής της

η παρούσα διαδικασία.


Page 21

– 21 –

Η οδηγία

124 Κατ ‘αρχάς, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, ως αποτέλεσμα της κρίσης, το ρυθμιστικό

πλαίσιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος έχει υποβληθεί σε αναθεώρηση και τροποποίηση

προκειμένου να ενισχυθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Όσον αφορά την οδηγία, οι τροποποιήσεις αυτές

ασχολήθηκε, μεταξύ άλλων, με τη βελτίωση της προστασίας των καταθετών και των

διατήρηση της εμπιστοσύνης των καταθετών στο οικονομικό δίχτυ ασφαλείας (βλ. οδηγία

2009/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009

την τροποποίηση της οδηγίας 94/19/ΕΚ περί των συστημάτων εγγυήσεως των καταθέσεων όσον αφορά το

επίπεδο κάλυψης και το pay-out καθυστέρηση, ΕΕ 2009 L 68, σ.. 3). Ωστόσο, η

αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση πρέπει να βασίζεται στην οδηγία, όπως διαμορφώθηκε στο

συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Στη συνέχεια, δεν περιλαμβάνει αυτές τις τροπολογίες και τη βελτίωση της

προστασία των καταθετών. Αυτές οι αναθεωρήσεις δεν είναι ακόμη μέρος της συμφωνίας ΕΟΧ.

125 Ο σκοπός που επιδιώκει η οδηγία είναι, αφενός, η ελευθερία του

εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τραπεζικό τομέα, καθώς και η

της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος και την προστασία των αποταμιευτών, από την άλλη (συγκρίνετε

τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger στην υπόθεση C-233/94, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου

και του Συμβουλίου [1997], σ. I-2405, σημείο 35).

126 Ο διπλός στόχος εκφράζεται με την πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, το οποίο ορίζει

ότι η αρμονική ανάπτυξη των δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων

σε όλη την Κοινότητα θα πρέπει να προωθηθεί με την κατάργηση όλων των

περιορισμούς στο δικαίωμα εγκατάστασης και την ελευθερία παροχής υπηρεσιών,

ταυτόχρονη ενίσχυση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος και την προστασία των αποταμιευτών. Σε

αυτή την άποψη, η επίδραση του μηχανισμού που προβλέπει η οδηγία είναι η πρόληψη

των κρατών του ΕΟΧ από την επίκληση της προστασίας των καταθετών, προκειμένου να εμποδίσει την

δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν σε άλλα κράτη του ΕΟΧ (βλ., για

Συγκριτικά, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 19).

127 Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι πρόσφατες ευρωπαϊκές ρυθμιστικές πολιτικές στο

σχετικό πεδίο βασίζονται στις αρχές της αμοιβαίας αναγνώρισης και μια «ενιαία

διαβατήριο «μηχανισμό που επιτρέπει χρηματοπιστωτικούς φορείς υπηρεσιών νόμιμα

εγκατεστημένοι σε ένα κράτος του ΕΟΧ για τη δημιουργία και / ή να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε άλλες

ΕΟΧ χωρίς περαιτέρω απαιτήσεις αδειοδότησης (βλέπε, για παράδειγμα, αιτιολογικές σκέψεις

6 και 7 στο προοίμιο της οδηγίας).

128 Υπό το φως της έκανε ρητή αναφορά στο σύστημα της ενιαίας άδειας, η

Οδηγία πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελούν ένα κομμάτι ενός ρυθμιστικού

πλαίσιο για τις τράπεζες και τα άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (βλ., κατ ‘αναλογία, απόφαση της

E-17/11 Aresbank, απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2012, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, σκέψεις

86 – 95).

129 άρτια ρυθμιζόμενος και ασφαλή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είναι αποφασιστικής σημασίας για την

χρηματοοικονομικής σταθερότητας στον ΕΟΧ. Ως εκ τούτου, η ευρωπαϊκή στρατηγική αποσκοπεί στη

τη θέσπιση ενός κοινού ρυθμιστικού πλαισίου που θα εξασφαλίζει εποπτεία και

την προστασία των καταναλωτών σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά.


Page 22

– 22 –

130 Επομένως, από το άρθρο 3 (1) της οδηγίας προκύπτει ότι ένα κράτος του ΕΟΧ είναι κάτω από ένα

υποχρέωση να διασφαλίσει ότι στο έδαφός του ένα ή περισσότερα εγγύησης των καταθέσεων

Τα συστήματα και να αναγνωριστούν επίσημα.

131 Το σύστημα που θεσπίστηκε με το άρθρο 3 (1) της οδηγίας δεν είναι ένας από τους απόλυτους

περιορισμός. Αφήνει των κρατών του ΕΟΧ ελεύθερα να θεσπίσουν και να αναγνωρίσουν διάφορα

συστήματα εγγύησης των καταθέσεων στο έδαφός τους, επιτρέποντας έτσι την πίστωση

ιδρύματα να επιλέγουν το μοντέλο που θα ταιριάζουν καλύτερα. Η Επιτροπή

πρόταση για την οδηγία ορίζει ρητώς ότι «[α] fter λαμβάνει τη διαβεβαίωση

ότι οι μηχανισμοί χρηματοδότησης ήταν επαρκώς υγιείς για να πληρώσει μακριά όλα τα καταθέτες

καλύπτονται, συμπεριλαμβανομένων και αυτών σε υποκαταστήματα σε άλλο κράτος μέλος, δεν ήταν

θεωρείται απαραίτητη για την εναρμόνιση των κανόνων που συνδέονται στενά με την

διαχείριση των εν λόγω καθεστώτων «(πρόταση της Επιτροπής του Συμβουλίου για την

Οδηγίας για τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων, COM (92) 188 τελικό, σ.. 8).

132 Σύμφωνα με το άρθρο 3 (2) έως (5) της οδηγίας, οι αρμόδιες εθνικές αρχές

που έχουν εκδώσει άδειες για τα πιστωτικά ιδρύματα είναι – σε συνεργασία με το

σύστημα εγγύησης των καταθέσεων – οφείλουν να διασφαλίζουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα συμμορφώνονται

με τις υποχρεώσεις τους ως μέλη ενός συστήματος. Ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με το

όρους που καθορίζονται στο άρθρο 3 (5) της οδηγίας, πρέπει να εκδώσει απόφαση

ανάκλησης της άδειας του εν λόγω θεσμού.

133 Όπως αποφάνθηκε το ΔΕΚ στις Paul κ.λπ., ο σκοπός των διατάξεων αυτών είναι να

διασφαλιστεί στους καταθέτες ότι το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο κάνουν τους

καταθέσεις ανήκει σε ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων και εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της. Αυτό

εξασφαλίζουν την προστασία του δικαιώματός τους για αποζημίωση σε περίπτωση που τους

καταθέσεις δεν είναι διαθέσιμες, σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στην οδηγία

και πιο συγκεκριμένα στο άρθρο 7 αυτού. Ωστόσο, το άρθρο 3 (2) έως (5) της

Οδηγία αφορούν μόνο την εισαγωγή και την εύρυθμη λειτουργία της κατάθεσης-

καθεστώς εγγυήσεων, όπως προβλέπεται από την οδηγία (Paul κ.λπ., προαναφερθείσα,

σκέψεις 28 έως 29).

134 Η οδηγία δεν ρυθμίζει το μη διαθεσιμότητας των καταθέσεων υπό

Δίκαιο του ΕΟΧ, αλλά απλώς απαιτεί τα κράτη του ΕΟΧ να προβλεφθεί ένα εναρμονισμένο ελάχιστο

επίπεδο της προστασίας των καταθέσεων (συγκρίνετε τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Stix-Hackl

σε Paul κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 117). Είναι, επομένως, σαφές ότι οι εθνικές

αρχές διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουν τα συστήματα.

135 Εν όψει των ανωτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας, τα κράτη του ΕΟΧ πρέπει να

εισάγουν και επίσημα αναγνωρίσει ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων. Επιπλέον,

πρέπει να πληρούν ορισμένα εποπτικά καθήκοντα, προκειμένου να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία

από το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων. Ωστόσο, δεν προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη

ότι τα κράτη του ΕΟΧ πρέπει να εξασφαλίζουν την πληρωμή των συνολικών καταθέσεων σε όλες τις

περιστάσεις.

136 Άρθρο 7 (1) της οδηγίας καθορίζει την ελάχιστη κάλυψη για συνολική

καταθέσεων που πρέπει να παρέχονται σε περίπτωση που οι καταθέσεις καθίστανται μη διαθέσιμες


Page 23

– 23 –

(Συγκρίνετε Paul κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 27). Προβλέπει ελάχιστα

εναρμόνιση όσον αφορά το επίπεδο κάλυψης ανά καταθέτη.

137 Επομένως, από τις λέξεις «[δ] eposit συστήματα εγγύησης ορίζουν …» ότι ένα

υποχρέωση αυτή επιβάλλεται για τα κράτη του ΕΟΧ να διασφαλίσουν ότι οι εθνικές κανόνες που θεσπίζονται ή

διατηρούνται οι οποίοι απαιτούν ένα επίπεδο κάλυψης τουλάχιστον 20 000 ευρώ.

138, με την έκδοση της οδηγίας 2009/14, η διατύπωση του άρθρου 7 (1) του

Οδηγία έχει αντικατασταθεί. Οι νέες κείμενο αναφέρει ότι «τα κράτη μέλη

διασφαλιστεί ότι η κάλυψη του συνόλου των καταθέσεων κάθε καταθέτη ορίζεται σε

τουλάχιστον 50 000 ευρώ σε περίπτωση που οι καταθέσεις καθίστανται μη διαθέσιμες ». Επιπλέον, ένα νέο

παράγραφος 1 (α) έχει εισαχθεί στο άρθρο 7, το οποίο ορίζει ότι τα κράτη μέλη

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2010 ότι η κάλυψη για το σύνολο

των καταθέσεων κάθε καταθέτη ορίζεται σε 100 000 ευρώ σε περίπτωση που οι καταθέσεις

καθίστανται μη διαθέσιμες.

139 Φαίνεται ότι, σύμφωνα με τη νέα έκδοση της διάταξης του ΕΟΧ κράτη είναι υποχρεωμένα να

εξασφαλίζουν ένα ορισμένο επίπεδο κάλυψης. Είτε η υποχρέωση αυτή περιορίζεται σε ένα τραπεζικό

κρίση ενός ορισμένου μεγέθους θα απαιτούσε περαιτέρω εκτίμηση. Ωστόσο, το ερώτημα

μπορεί να παραμείνει ανοικτό, διότι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω (βλ. παράγραφο 124), η οδηγία

2009/14 δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση.

140 Εν πάση περιπτώσει, η αναδιατύπωση του άρθρου 7 της οδηγίας προκύπτει ότι η Ευρωπαϊκή

νομοθέτης έκρινε ουσιαστική αλλαγή αναγκαίο να παραταθεί η ευθύνη του

των κρατών του ΕΟΧ πέρα από τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού πλαισίου.

141 Αυτό ενισχύει την άποψη ότι η υποχρέωση για τα κράτη του ΕΟΧ σύμφωνα με την έκδοση του

η διάταξη που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση περιορίζεται στη διασφάλιση ότι οι εθνικές

Οι κανόνες που απαιτούν ένα επίπεδο κάλυψης τουλάχιστον 20 000 ευρώ ή διατηρούνται

υιοθετηθεί.

142 Σύμφωνα με το άρθρο 7 (6) της οδηγίας, τα κράτη του ΕΟΧ πρέπει να διασφαλίσουν ότι η

καταθέτη το δικαίωμα αποζημίωσης μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μιας δράσης από το

καταθέτη έναντι των συστημάτων εγγύησης. Το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης

περιλαμβάνει το σενάριο ότι ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων μπορεί να είναι σε θέση να

καταβάλλουν τις δεόντως ειδικευμένο αξιώσεις.

143 Ωστόσο, η υποχρέωση για τα κράτη του ΕΟΧ περιορίζεται στη διατήρηση ή

θέσπιση κανόνων που προβλέπουν ένα αποτελεσματικό δικαίωμα να καταθέσει προσφυγή κατά της

σύστημα εγγύησης των καταθέσεων ιδίως στην περίπτωση μη πληρωμής (Paul και συγκρίνετε

Κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 27).

144 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 7 της οδηγίας δεν προβλέπει

υποχρέωση του κράτους και των αρχών της για να εξασφαλίσει αποζημίωση σε περίπτωση αποδοχής καταθέσεων

καθεστώς εγγυήσεων δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις υποχρεώσεις του, στην περίπτωση μιας συστημικής

κρίση.


Page 24

– 24 –

145 Άρθρο 10 της οδηγίας ορίζει προθεσμίες για τις πληρωμές των εγγυήσεων

προγράμματα στους καταθέτες. Αυτό προκύπτει από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο

10 (3) και (5) οι οποίες αναφέρονται ρητά στην «προθεσμία που προβλέπεται στις παραγράφους (1)

και (2) «.

146 Ωστόσο, η υποχρεωτική γλώσσα την αγγλική έκδοση του άρθρου 10 (1) του

Οδηγίας, δηλαδή «[δ] eposit συστήματα εγγύησης πρέπει να είναι σε θέση να πληρώσει … μέσα

τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές … «, θεσπίζει

απλώς μια διαδικαστική υποχρέωση, όπως αναφέρεται μόνο στο δεσμευτικό χαρακτήρα των τριών

μηνών που προβλέπεται σ ‘αυτό.

147 Η σημασία των έγκαιρων πληρωμών από το σύστημα εγγύησης είναι περαιτέρω

τονίζεται στο άρθρο 10 (2) της οδηγίας. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η εγγύηση

σύστημα μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές για την παράταση της προθεσμίας

που προβλέπεται στο άρθρο 10 (1) της οδηγίας μόνο σε εντελώς «εξαιρετική

περιστάσεις »και σε« ειδικές περιπτώσεις ». Η οδηγία δεν περιέχει

ορισμό των όρων αυτών.

148 Υπό τις συνθήκες, σύμφωνα με το άρθρο 10 (2) της οδηγίας, τα κράτη του ΕΟΧ και τους

οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να εποπτεύουν και να εξασφαλίζουν ότι

Τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων, κατά κανόνα, δεν αποδεσμεύονται από το σύντομο χρονικό διάστημα

που προβλέπεται στο άρθρο 10 (1) της οδηγίας, η οποία αποτελεί τον γενικό κανόνα.

Ωστόσο, η υποχρέωση του κράτους και των εθνικών αρχών για την εξασφάλιση της

αποζημίωση σε περίπτωση που ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις υποχρεώσεις της

σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως σε μια συστημική κρίση δεν μπορεί να συναχθεί

από τη διάταξη αυτή.

149 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η υποχρέωση των κρατών του ΕΟΧ σύμφωνα με

Το άρθρο 10 της οδηγίας περιορίζεται να προβλέπουν υποχρεωτική και αποτελεσματική

διαδικαστικό πλαίσιο όσον αφορά τις προθεσμίες.

150 Επιπλέον, πρέπει να γίνει αναφορά στο άρθρο 1 (3) και 9 (3) και αιτιολογικές σκέψεις 3, 10

και 25 του προοιμίου της οδηγίας. Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές δείχνουν ότι η

Οδηγία αφορά – τουλάχιστον αρχικά – με την αδυναμία των επιμέρους τραπεζών και δεν

με μια συστημική κρίση.

151 Ακόμη και όσον αφορά το σημαντικό στόχο να αποφευχθεί τρέχει τράπεζα, η διατύπωση της αιτιολογικής σκέψης

4 στο προοίμιο της οδηγίας περιορίζεται στην αποτυχία ενός μόνο πιστωτικού

ίδρυμα που μπορεί να οδηγήσει σε μαζικές αναλήψεις και από υγιείς φορείς.

152 Πρέπει να σημειωθεί εν προκειμένω ότι στην εκτίμηση των επιπτώσεων του 2010

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής δήλωσε σε σχέση με μια πιθανή εναρμονισμένη προσέγγιση σε ένα

επίπεδο-στόχο για την εγγύηση των καταθέσεων κεφαλαίων ότι η «επιλογή του επιπέδου-στόχου για την

κεφάλαια μπορεί να σχετίζεται με την ικανότητα των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων να χειριστεί ένα

αποτυχία τράπεζα ενός συγκεκριμένου μεγέθους με βάση ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από τα κράτη μέλη

κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης … «(εκτίμηση των επιπτώσεων, τμήμα 7.8, σ.. 53). Ο

μεγαλύτερη αποτυχία που προβλέπεται από τις υπηρεσίες της Επιτροπής είναι η αποτυχία ενός μεγάλου

μέλος της λογιστικής τράπεζα για 7,25% των επιλέξιμων καταθέσεων.


53 Ούτε καν αυτή η εκτίμηση των επιπτώσεων, γίνονται υπό το πρίσμα της οικονομικής κρίσης

2007/2008 η οποία περιελάμβανε την αποτυχία των ισλανδικών τραπεζών, προβλέπεται η

επέκταση της χρηματοδότησης των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων να καλύψει μια συστημική τράπεζα

αποτυχία του μεγέθους εμπειρία στην Ισλανδία. Η εκτίμηση των επιπτώσεων

κατέληξε: «Καθορισμός επιπέδου-στόχου για τα ΣΕΚ [sc. σύστημα εγγύησης των καταθέσεων] ταμεία

θα εξασφαλίσει ότι τα συστήματα είναι αξιόπιστα και ικανά να αντιμετωπίσουν με μεσαίου μεγέθους

πτωχεύσεις τραπεζών. Το πιο αποδοτικό από πλευράς κόστους επίπεδο στόχος θα είναι 1,96% (ή απλά

2%) των επιλέξιμων καταθέσεων (που πρέπει να επιτευχθεί μέσα σε 10 χρόνια), διότι θα

αυξήσει τα κεφάλαια των ΣΕΚ για να αντιμετωπίσουν μια μεσαίου μεγέθους τράπεζα αποτυχία? και παρά την αρκετά

σημαντική αύξηση των εισφορών, θα ήταν, κατά μέσο όρο, μόνο μέτρια επηρεάζουν

κέρδη των τραπεζών σε επίπεδο ΕΕ (με μια ισχυρότερη επίδραση σε ορισμένα κράτη μέλη) και

να οδηγήσει σε πολύ περιορισμένο κόστος για τους καταθέτες. … Θα εξασφαλίσει μια υγιή χρηματοδότηση των

τα ΣΕΚ αλλά να αποφεύγουν ανεπιθύμητες παρενέργειες, αν και οι εισφορές είναι πολύ υψηλές. «(Επιπτώσεις

Αξιολόγηση, ενότητα 7.8, σ.. 58)

154 Επιπλέον, ο μηχανισμός και το επίπεδο της χρηματοδότησης των προγραμμάτων δεν έχουν

εναρμονιστεί. Η οδηγία δεν περιέχει καμία ουσιαστική διάταξη που ασχολείται

με τα οργανωτικά θέματα.

155 Αιτιολογική σκέψη 23 στο προοίμιο αναφέρει ότι δεν είναι απαραίτητο, της οδηγίας, να

εναρμονιστούν οι μέθοδοι χρηματοδότησης των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων ή πιστωτική

ίδια τα ιδρύματα. Σύμφωνα με την ίδια αιτιολογική σκέψη, αυτό προκύπτει από το γεγονός,

μεταξύ άλλων, ότι η χρηματοδοτική ικανότητα των συστημάτων αυτών πρέπει να είναι ανάλογο με του

υποχρεώσεις. Η οδηγία δεν περιέχει ορισμό του τι θεωρείται ότι είναι

ανάλογη χρηματοδότηση.

156 Είναι σαφές από την αιτιολογική σκέψη 23 στο προοίμιο της οδηγίας, καθώς και από τις αιτιολογικές σκέψεις

4 και 25 ότι το κόστος της χρηματοδότησης των συστημάτων εγγύησης πρέπει να ληφθεί, σε

κατ ‘αρχήν, από τα πιστωτικά ιδρύματα και όχι στα μέλη του ΕΟΧ.

157 Αιτιολογική σκέψη 23 του προοιμίου της οδηγίας έχει ως στόχο να επιτύχει μια ισορροπία μεταξύ των

κόστος της χρηματοδότησης ενός συστήματος εγγύησης των καταθέσεων, η σταθερότητα του εθνικού τραπεζικού

συστήματος και την προστασία των καταναλωτών. Ο στόχος είναι ότι το τραπεζικό σύστημα θα πρέπει να

λειτουργία προς όφελος των καταναλωτών και της οικονομίας στο σύνολό της.

158 Ωστόσο, η παροχή ιδιωτικής χρηματοδότησης για να μπορέσει το σύστημα εγγύησης

την κάλυψη των καταθέσεων σε μια συστημική κρίση μέχρι το μέγιστο επίπεδο κάλυψης θα

σαφώς υπονομεύει το στόχο που προβλέπεται στην αιτιολογική σκέψη 23, η οποία είναι, να μην θέτουν σε κίνδυνο

η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος ίδια. Συνεπώς, το κόστος της εγγύησης

συστήματα δεν πρέπει να είναι υπερβολικά επαχθής για τα πιστωτικά ιδρύματα μέλος.

159 Η υποχρέωση πληρωμής είναι έτσι με το ταμείο εγγύησης καταθέσεων, και η

ταμεία εγγυήσεων είναι να χρηματοδοτηθεί εξ ολοκλήρου από τα πιστωτικά ιδρύματα. Σε

περιπτώσεις κατά τις οποίες το ταμείο δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καταθετών σε περίπτωση που ένας

αθέτησης από ένα μέλος του συστήματος, είναι για τα υπόλοιπα πιστωτικά ιδρύματα να

να κάνει τη διαφορά. Με άλλα λόγια, η πτώχευση ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος

καλύπτεται – ως το κλασικό συστήματα ασφάλισης – με το υπόλοιπο των ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται

στην αγορά.


Page 26

– 26 –

160 Πώς να προχωρήσει σε μια περίπτωση κατά την οποία το καθεστώς εγγυήσεων δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τους

υποχρεώσεις πληρωμών παραμένει σε μεγάλο βαθμό αναπάντητες από την οδηγία. Η μόνη

λειτουργική διάταξη που ασχολείται με την μη-πληρωμή είναι το άρθρο 7 (6) της οδηγίας,

σύμφωνα με την οποία οι καταθέτες πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή κατά

το σχετικό καθεστώς. Ωστόσο, η υποχρέωση του κράτους ή μιας πιθανής δράσης

έναντι του κράτους σε αυτές τις συνθήκες δεν προβλέπεται στην οδηγία του

διατάξεις.

161 Αυτό δεν σημαίνει ότι οι καταθέτες θα πρέπει αναγκαστικά παραμένουν απροστάτευτα σε ένα τέτοιο

περίπτωση. Οι καταθέτες μπορούν να εμπίπτουν στην αρμοδιότητα άλλων τμημάτων του το δίχτυ ασφαλείας. Αυτοί

μπορούν να επωφεληθούν από τις λοιπές διατάξεις του δικαίου του ΕΟΧ σχετικά με τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, όπως

καθώς και τις δραστηριότητες των εποπτικών αρχών, των κεντρικών τραπεζών και των κυβερνήσεων. Ωστόσο,

το θέμα στην προκειμένη περίπτωση είναι αν τα κράτη του ΕΟΧ είναι νομικά υπεύθυνοι

σύμφωνα με την οδηγία, σε περίπτωση μιας τέτοιας τεράστιας εκδήλωση.

162 Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 3 (1) του

Οδηγίας. Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό, ένα πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να εξαιρεθεί από τον ΕΟΧ

Κράτος από την υποχρέωσή του να είναι μέλος ενός συστήματος εγγύησης των καταθέσεων, όπου

ανήκει σε ένα σύστημα που να διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητά της και είναι

Διασφαλίζεται έτσι ότι οι καταθέτες προστασία τουλάχιστον ισοδύναμη με εκείνη που

παρέχονται από το σύστημα εγγύησης.

163 Η δυνατότητα να απαλλάσσει ένα πιστωτικό ίδρυμα από την υποχρέωση συμμετοχής σε ένα

συστήματος εγγύησης των καταθέσεων απαιτεί, επιπλέον, ότι το εναλλακτικό σύστημα πληροί

ορισμένες προϋποθέσεις. Το τρίτο από αυτά απαιτεί το σύστημα «να μην αποτελείται από ένα

εγγύηση που χορηγείται σε ένα πιστωτικό ίδρυμα από το ίδιο το κράτος μέλος ή από οποιαδήποτε από της

τοπικές ή περιφερειακές αρχές ». Σκοπός της διάταξης αυτής είναι να ελαχιστοποιηθεί η

δυνατότητα να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, είναι συνυφασμένες με την ίδια τη φύση των εγγυήσεων που

είδος.

164 Ήταν ένα κράτος του ΕΟΧ νομική υποχρέωση να διασφαλίσει την αποζημίωση των καταθετών

όπου ένα αναγνωρισμένο σύστημα εγγύησης των καταθέσεων δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει με την πληρωμή του

υποχρεώσεις, η αρνητική επίπτωση στον ανταγωνισμό θα είναι συγκρίσιμα.

Κατά συνέπεια, είναι πιθανό ότι, αν ο νομοθέτης επιδίωξε να υιοθετήσει μια

διαφορετική προσέγγιση όσον αφορά τη χρηματοδότηση των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων, αυτό

θα αναφέρεται ρητά στην οδηγία.

165 Υπενθυμίζεται εν προκειμένω ότι το 1992 η πρόταση της Επιτροπής για την οδηγία

Αναγνωρίστηκε ότι οποιαδήποτε χρηματοδότηση του δημόσιου τομέα θα υπόκεινται σε κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και,

εξάλλου, ότι δεν θα υπήρχε καμία υποχρέωση να παρέχουν τέτοιες. Η πρόταση

από αυτή την άποψη: «Το ερώτημα του κατά πόσο ο δημόσιος τομέας θα είναι σε θέση να

παροχή βοήθειας για τα καθεστώτα εγγυήσεων σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης των εξαιρετικών

βαρύτητας και όταν οι πόροι των προγραμμάτων »έχουν εξαντληθεί έχει τεθεί σε

προκειμένου να μπορέσουν να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους για τους καταθέτες. Δεν φαίνεται

σκόπιμο, στην πρόταση οδηγίας, να απαγορεύουν την εν λόγω βοήθεια, η οποία

θα μπορούσε να αποδειχθεί αναγκαία στην πράξη, αν και δεν είναι επιθυμητό σαν ένα γενικό κανόνα

και δεν μπορεί να επιτρέπεται να παραβιάζουν τους κανόνες της συνθήκης όσον αφορά τις κρατικές


Page 27

– 27 –

βοήθεια. «(πρόταση της Επιτροπής για οδηγία του Συμβουλίου για την εγγύηση των καταθέσεων

συστήματα, COM (92) 188 τελικό, σ.. 8)

166 Επιπλέον, το 2010, εκτίμηση των επιπτώσεων, η Επιτροπή σημείωσε: «ΣΕΚ [sc.

Τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων] που χρηματοδοτείται από τις τράπεζες και η Επιτροπή προτίθεται

να διατηρηθεί αυτή η απαίτηση. Αυτό σημαίνει ότι ο προϋπολογισμός των κρατών μελών δεν είναι

άμεσα από την οδηγία ΣΕΚ. Η πρόσφατη κρίση έδειξε ότι σε ένα

συστημική κρίση, ΣΕΚ μπορεί να φθάσει στα όριά τους. Ωστόσο, ακόμη και εάν σε τέτοιες περιπτώσεις

κυβερνήσεις παρενέβη υπό την αυστηρή υπακοή των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, αυτή δεν θα

να ενεργοποιείται κάτω από μια νομική υποχρέωση της βιωσιμότητας της οδηγίας ΣΕΚ και για

Των κρατών μελών είναι ως εκ τούτου δεν είναι αντικείμενο της παρούσας εκτίμησης επιπτώσεων. »(Επιπτώσεις

Αξιολόγηση, ενότητα 3.2, σελ. 8-9.)

167 Μια πρόσθετη πτυχή στην οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 16 στο

το προοίμιο της οδηγίας. Εκεί, τα ευρωπαϊκά κράτη νομοθέτη ότι θα

δεν είναι σκόπιμο να επιβληθεί ένα επίπεδο προστασίας «η οποία θα μπορούσε, σε ορισμένες περιπτώσεις,

έχει ως αποτέλεσμα την ενθάρρυνση της ψυχοπαθούς διαχείριση των πιστωτικών ιδρυμάτων «.

Αυτό δείχνει την έννοια του ηθικού κινδύνου. Στην οικονομική βιβλιογραφία το μάθημα της

ηθικού κινδύνου έχει περιγραφεί με τις λέξεις ότι «το λιγότερο είναι περισσότερο». Καθηγητής

Joseph E. Stiglitz διατύπωσε την άποψη αυτή: «[Τ] ο περισσότερων και καλύτερων

ασφάλιση που παρέχεται κατά κάποιο έκτακτης ανάγκης, τόσο λιγότερα κίνητρα

άτομα πρέπει να αποφεύγεται η ασφαλιστική περίπτωση, επειδή το λιγότερο που φέρουν την πλήρη

συνέπειες των πράξεών τους ». («Κίνδυνος, Κίνητρα και Ασφάλιση: The Pure

Θεωρία του ηθικού κινδύνου », Τα έγγραφα της Γενεύης για το Risk and Insurance, 8 (αριθ. 26,

Ιανουαρίου 1983), 4, σ. 6.)

168 Υπενθυμίζεται ότι, σε μια κρίση τέτοιου μεγέθους όπως αυτή που βιώνουν σε

Ισλανδία, ένα κράτος του ΕΟΧ θα έχουν πολύ περιορισμένες επιλογές για να εξασφαλιστεί η αποζημίωση

στους καταθέτες που είναι, κατ ‘αρχάς, θα μπορούσε να αποτελέσει μια κρατική εγγύηση για δάνειο που

από το ίδιο το καθεστώς, ή, δεύτερον, θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει άμεσα το σχέδιο ή του

καταθετών. Έτσι, ο ηθικός κίνδυνος θα μπορούσε επίσης να συμβεί και στην περίπτωση της κρατικής χρηματοδότησης,

χρησιμεύει για την ανοσοποίηση ένα σύστημα εγγύησης των καταθέσεων από τα έξοδα που έχουν,

κατ ‘αρχήν, πρέπει να ληφθεί από τα μέλη της.

169 Η υποτιθέμενη υποχρέωση της περαιτέρω αποτέλεσμα θα ήταν αντίθετο προς τους στόχους που αναφέρονται στις

στις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 3 του προοιμίου της οδηγίας, σύμφωνα με την οποία καταναλωτή

προστασία που πρέπει να επιτευχθεί μέσω της εισαγωγής ενός ελάχιστου επιπέδου

προστασία των καταθέσεων και η εγγύηση ότι οι ξένες και εγχώριες καταθέσεις

προστατεύονται από το ίδιο σύστημα εγγύησης ανεξάρτητα από το εάν το πιστωτικό ίδρυμα

έχει την έδρα της.

170 Κατά συνέπεια, η προστασία των καταναλωτών στο πλαίσιο της οδηγίας δεν συνεπάγεται την πλήρη

προστασία (συγκρίνετε, όσον αφορά το επίπεδο κάλυψης, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και

Συμβουλίου, όπ.π., σκέψη 48), δεδομένου ότι η αύξηση της προστασίας των καταναλωτών μπορεί να

φτάσει σε ένα σημείο όπου το κόστος υπερβαίνει τα οφέλη.

171 Τέλος, τίθεται το ερώτημα αν αιτιολογική σκέψη 24 στο προοίμιο της οδηγίας

μπορεί να ειπωθεί για να υποστηρίξει την υποτιθέμενη υποχρέωση αποτελέσματος. Η αιτιολογική σκέψη αναφέρει ότι η


Page 28

– 28 –

ευθύνη των κρατών του ΕΟΧ και των αρμόδιων αρχών τους, αποκλείεται εάν εξασφαλίζουν

η αποζημίωση ή η προστασία των καταθετών, υπό τους όρους που προβλέπονται στο

η οδηγία. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι αυτή η αιτιολογική σκέψη μπορεί να είναι αναγκαίο να επιτραπεί για μια

σωστή οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής της αρχής της ευθύνης του κράτους.

172 Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ορίζεται στο επιχείρημά της, αιτιολογική σκέψη 24 στο προοίμιο της

Οδηγία ορίζει ότι η ευθύνη του κράτους και των αρμόδιων αρχών της όσον αφορά

καταθετών αποκλείεται «, εάν έχουν εξασφαλίσει ότι ένα ή περισσότερα προγράμματα

εγγύησης των καταθέσεων ή των ίδιων των πιστωτικών ιδρυμάτων και την εξασφάλιση της

αποζημίωση ή η προστασία των καταθετών υπό τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα

Οδηγίας έχουν εισαχθεί και επίσημα αναγνωρισμένη. »

173 Ωστόσο, «οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία» δεν ορίζεται περαιτέρω. Ως

έχει αναφερθεί παραπάνω, η υποχρέωση χρηματοδότησης που επιβάλλονται στα μέλη της ένα

σύστημα εγγύησης περιορίζεται σύμφωνα με την οδηγία και δεν πρέπει να είναι υπερβολικά επαχθής σε

προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.

174 Το αποτέλεσμα που πρέπει να επιτευχθεί από τα κράτη του ΕΟΧ προκύπτει από τους παραπάνω τους

αναφέρονται γενική υποχρέωση, δηλαδή, να εξασφαλιστεί ότι οι διατάξεις του

Οδηγίας είναι πλήρως αποτελεσματικό, δηλαδή ότι οι ειδικές υποχρεώσεις που συγκεκριμενοποιούνται

αποτέλεσμα.

175 Πάντως, υπό το πρίσμα της παρούσας αξιολόγησης της οδηγίας, το αποτέλεσμα να είναι

επιτυγχάνεται είναι περιορισμένη, ιδιαίτερα έχοντας υπόψη το γεγονός ότι η οδηγία αποσκοπεί

σε ελάχιστη εναρμόνιση σε σχέση με το επίπεδο κάλυψης και δεν

προβλέπει καμία εναρμόνιση όσον αφορά το επίπεδο και τους μηχανισμούς χρηματοδότησης.

176 Κατά συνέπεια, η κράτηση που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 24 στο προοίμιο της οδηγίας

έχει ως στόχο να αποκλείει ρητά την υπερβολική μετατόπιση προς το κράτος του κόστους που προκύπτει

από μια μεγάλη αποτυχία τραπεζών. (Βλ., ενδεικτικά, Michel Tison, «Μην

προσβάλλουν το φύλακα! Τραπεζικές ευθύνη του επόπτη μετά Peter Paul «, Εργασίας

Σειρά μελετών, Οικονομικό Δίκαιο Ινστιτούτο, Universiteit Gent 2005, σ.. 25, συμπεριλαμβανομένων

υποσημείωση 81).

177 Κατά συνέπεια, η αιτιολογική σκέψη 24 στο προοίμιο της οδηγίας δεν υποστηρίζει το

ύπαρξη της φερόμενης υποχρέωσης του αποτελέσματος.

178 Εν όψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η οδηγία δεν προβλέπει ότι η

κατηγορούμενος πρέπει να εξασφαλίσει η ίδια τις πληρωμές στους καταθέτες της Icesave σε υποκαταστήματα στην

οι Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 10

της οδηγίας, σε μια συστημική κρίση του μεγέθους εμπειρία στην Ισλανδία.

179 Εν πάση περιπτώσει, όπως ο κατηγορούμενος υποστήριξε σωστά, ο φερόμενος ως υποχρέωση αποτελέσματος

Επίσης, δεν μπορεί να προέρχεται από την απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση Paul κ.λπ.. Η υπόθεση στο

Αντίθετα, πρέπει να διακρίνεται από εκείνη την προγενέστερη υπόθεση για τα γεγονότα. Paul κ.λπ.

ασχολήθηκε κυρίως με την υποτιθέμενη ευθύνη των γερμανικών αρχών που απορρέουν από

αμέλεια κατά την άσκηση της τραπεζικής εποπτείας, καθώς και το ζήτημα αν η

εποπτική υποχρέωση των εθνικών αρχών σύμφωνα με το άρθρο 3 (2) έως (5)


Page 29

– 29 –

της οδηγίας αποκλείει περιορισμό της ευθύνης του κράτους σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο

σχέση με την εν λόγω εποπτείας. Επιπλέον, ο Paul κ.λπ., το εθνικό δικαστήριο

κατείχε ήδη το ενδιαφερόμενο κράτος να είναι υπεύθυνη σύμφωνα με την αρχή του κράτους

ευθύνη για το ποσό που προβλέπεται από το άρθρο 7 (1) της οδηγίας.

180 Τέλος, η σύγκριση με άλλα παράγωγου δικαίου επίσης δεν επιβεβαιώνουν το

ύπαρξη της φερόμενης υποχρέωσης του αποτελέσματος. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι η

περιεχόμενο της επιδιωκόμενο αποτέλεσμα καθορίζεται από τις ουσιαστικές διατάξεις του

η ειδική οδηγία. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση Blödel-Pawlik (υπόθεση

C-134/11, απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2012, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί) δεν υποστηρίζει την

ισχυρισμός αιτούντος. Η υπόθεση αυτή αφορούσε τις υποχρεώσεις του διοργανωτή ταξιδίων και του

ασφαλιστή. Σύμφωνα με το ΔΕΚ, η υποχρέωση αποτελέσματος που επιβάλλονται από το κράτος με

Οδηγία 90/314 ήταν να εξασφαλιστεί ότι ένα διοργανωτής του ταξιδιού είναι υπεύθυνος έναντι του καταναλωτή

για την καλή εκτέλεση της σύμβασης. Ωστόσο, το ΔΕΚ δεν θεώρησε ότι υπάρχει

αποτελεί υποχρέωση για το ίδιο το κράτος να καταβάλει αποζημίωση αν ένα διοργανωτή του ταξιδιού είναι

αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του.

Προέκταση του κράτους

181 Η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα υποστηρίζουν ότι η ΔΕΘ, ένα ιδιωτικό ίδρυμα

Δυνάμει του ισλανδικού νόμου, αποτελεί προέκταση του κράτους.

182 Ωστόσο, η υπόθεση αφορά το χέρι αν υπάρχει μια υποχρέωση αποτελέσματος

τοποθετούνται από το κράτος στο πλαίσιο της οδηγίας, με τον τρόπο που περιγράφεται στο καταστατικό της ESA

αίτησης.

183 Ως εκ τούτου, το ερώτημα είναι άνευ σημασίας για την εκτίμηση του πρώτου λόγου.

184 Για λόγους καλή κατάσταση, το Δικαστήριο προσθέτει απλώς ότι, εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα

προσκόμισε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι η ΔΕΘ είναι άμεσα ή

έμμεσα λειτουργούν από τις δημόσιες αρχές, δηλαδή κάτω από τον έλεγχο του ισλανδικού

Κράτος (βλ., για λόγους σύγκρισης, υπόθεση C-356/05 Farrell [2007], σ. I-3067, σκέψη

41).

Συμπέρασμα

185 Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος έχει απορριφθεί.

Δεύτερο και τρίτο λόγους: δυσμενή διάκριση αντίθετη προς την οδηγία και / ή το άρθρο 4

ΕΟΧ

Επιχειρήματα των διαδίκων

Η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα

186 Η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα υποστηρίζουν ότι, ακόμη και αν, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς τους,

οι διατάξεις της οδηγίας 94/19 την έννοια ότι δεν επιβάλλει την υποχρέωση της

Συνεπώς, ο εναγόμενος είναι κατά παράβαση των άρθρων 4 (1) και 7 (1) της οδηγίας και / ή

Το άρθρο 4 του ΕΟΧ, παραλείποντας να εξασφαλίσει αποζημίωση στους καταθέτες της Icesave


Page 30

– 30 –

οι Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπως ορίζεται στην οδηγία. Σε τους

δείτε, οι καταθέτες στην Ισλανδία έλαβε την πλήρη προστασία των καταθετών, ενώ σε

οι Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο έμειναν χωρίς ή οποιαδήποτε

συγκρίσιμη προστασία.

187 Η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα υποστηρίζουν ότι οι Icesave πελάτες στα καταστήματα

στην Ισλανδία και οι ομόλογοί τους σε υποκαταστήματα σε άλλα κράτη του ΕΟΧ ήταν, κατά τους

ικανότητα ως κάτοχοι καταθέσεων σε ισλανδικές τράπεζες, σε συγκρίσιμη κατάσταση

αφορά την προστασία που τους παρέχεται από την οδηγία σύμφωνα με το άρθρο 4

ερμηνευθεί υπό το πρίσμα των αιτιολογική σκέψη 3 του προοιμίου της οδηγίας.

188 Η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα κατάσταση ότι, κατά τη θέσπιση μέτρων έκτακτης ανάγκης

για την αντιμετώπιση της τραπεζικής κρίσης τον Οκτώβριο του 2008, η κυβέρνηση της Ισλανδίας

έκανε μια διάκριση μεταξύ των εγχώριων καταθέσεων και των καταθέσεων σε ξένα υποκαταστήματα.

Οι εγχώριες καταθέσεις κινήθηκαν σε νέες τράπεζες και καλύφθηκαν στο σύνολό τους.

Εν τω μεταξύ, οι ξένοι καταθέτες δεν έχουν καν την ελάχιστη εγγύηση που

καθορίζονται στην οδηγία.

189 Έτσι, κατά την άποψη της προσφεύγουσας και της παρεμβαίνουσας, ο κατηγορούμενος έχει έμμεσα

διακρίσεις κατά των ξένων καταθετών με βάση την εθνικότητα, το οποίο είναι

απαγορεύονται από την οδηγία σε συνδυασμό με το άρθρο 4 του ΕΟΧ ή από το άρθρο 4

ΕΟΧ ίδια.

190 Επιπλέον, η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορά το αν

ο εναγόμενος ήταν σε παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων για να μην κινείται

πάνω από το σύνολο των καταθέσεων των ξένων καταθετών Icesave στη Νέα Landsbanki,

όπως έκανε και για τις εγχώριες καταθέτες της Landsbanki. Η παραβίαση λέγεται ότι βρίσκονται στην

αποτυχίας της ισλανδικής κυβέρνησης να διασφαλίσει ότι οι καταθέτες της Icesave στο

Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο έλαβε την καταβολή του ελάχιστου ποσού

της αποζημίωσης που προβλέπεται από την οδηγία εντός των προθεσμιών που προβλέπονται,

κάτι που έκανε για τις εγχώριες καταθέτες. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η αποζημίωση

των εγχώριων και ξένων καταθετών πάνω και πέρα από αυτό το ελάχιστο ποσό που έχει

Δεν ήταν και δεν είναι το θέμα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

191 Επιπλέον, η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα υποστηρίζουν ότι ο εναγόμενος δεν μπορεί να

εκ των προτέρων οποιαδήποτε βιώσιμη δικαιολογία για τις διακρίσεις μέτρα που έχουν ληφθεί κατά το

καταθέσεις σε ξένο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης.

Ο κατηγορούμενος

192 Η καθής υποστηρίζει ότι οι λόγοι των διακρίσεων είναι εντελώς εσφαλμένη και

εξαιρετικά σκηνοθετημένη. Παρατηρεί ότι η προσφεύγουσα ζητεί να αναγνωριστεί ότι, παραλείποντας

την εξασφάλιση της καταβολής του ποσού των 20 000 ανά καταθέτη που απαιτούνται βάσει της οδηγίας,

ο εναγόμενος παραβίασε το δίκαιο ΕΟΧ. Ωστόσο, κατά την άποψη της καθής, η

υποχρέωση δεν μπορεί να συναχθεί από την αρχή της μη-διάκρισης.

193 Κατά την άποψη της καθής, ο δεύτερος λόγος είναι σαφώς μη βιώσιμη, δεδομένου ότι θα

δημιουργήσετε μια υποχρέωση ενός κράτους του ΕΟΧ να εξασφαλίσει την ελάχιστη αποζημίωση σύμφωνα με


Page 31

– 31 –

η οδηγία σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η εναρμονιστεί εν μέρει καθεστώς που δημιουργείται

η οδηγία δεν απαιτεί τέτοια.

194 Υπό τις περιστάσεις της χρεοκοπίας μιας τράπεζας, η καθής υποστηρίζει, είναι θεμιτό για

ΕΟΧ κράτη μέλη να παρέμβουν για να διασώσουν τις τράπεζες, ή τα υποκαταστήματα που είναι αναγκαίες για την

τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, αλλά δεν υπάρχει καμία υποχρέωση να το πράξει.

195 Κατά την άποψη της καθής, τι θεωρείται ως διάκριση στην προκειμένη περίπτωση είναι

στην πραγματικότητα οι διαφορετικές συνέπειες που έχουν ρεύσει ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι

τα εγχώρια υποκαταστήματα της Landsbanki ήταν απαραίτητη για τη διάσωση του ισλανδικού

χρηματοπιστωτικού συστήματος. Παρά το γεγονός ότι η οδηγία είναι ένα μέτρο για την προστασία των καταναλωτών,

δεν ασχολείται με κανένα τρόπο τη ρύθμιση της αφερεγγυότητας των τραπεζών και την αναδιάρθρωση –

είναι εξ ολοκλήρου πέρα από το πεδίο εφαρμογής της.

196 Εξάλλου, όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 4 του ΕΟΧ και μόνο, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως, το

κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι μια τέτοια αξίωση δεν έχει γίνει έξω. Ο αιτών έχει

απλά ισχυρίστηκε ότι το άρθρο 4 του ΕΟΧ εφαρμόζεται χωρίς να επιδιώκει να αποδείξει

ότι πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της.

197 Η καθής ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, σε ισχυριζόμενοι ότι ήταν να μην εισάγουν διακρίσεις

παρέχει την ελάχιστη αποζημίωση που παρέχεται από την οδηγία για το εξωτερικό

καταθέτες, δεδομένου ότι οι εγχώριες καταθέτες ήταν «καλύπτονται» λόγω ενός

μεταφορά των καταθέσεών τους στις νέες τράπεζες, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, στην ουσία, για

διαφορετική μεταχείριση. Μια τέτοια επιχειρηματολογία ως βάση για την αξίωση των διακρίσεων

είναι, κατά την άποψη της καθής, ασυνάρτητος.

198 Από την άλλη πλευρά, η καθής επισημαίνει ότι δεν αποτελεί μέρος της υπόθεσης του αιτούντος

ότι η μεταφορά των εγχώριων καταθέσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του τραπεζικού τομέα

θα έπρεπε να επεκταθούν στο εξωτερικό καταθέτες. Ο αιτών δεν έχει

αμφισβήτησαν το γεγονός ότι δεν ήταν δυνατό να επεκταθεί αυτή η διάσωση στο εξωτερικό

υποκαταστήματα. Έτσι, κατά την άποψη της καθής, η προσφεύγουσα δεν ισχυρίζεται ότι οι δύο

ομάδες θα πρέπει να έχουν ίση μεταχείριση.

199 Εν πάση περιπτώσει, η καθής ισχυρίζεται, δεν είναι σαφές εάν η μεταφορά των εγχώριων

καταθέσεις στη νέα τράπεζα οδήγησε σε καλύτερη θέση από τους καταθέτες που διαθέτουν τέτοιου είδους

λογαριασμών. Οι κάτοχοι λογαριασμού υπόκεινται σε αυστηρούς ελέγχους κεφαλαίων, και ήταν

σε θέση να μετατρέψει (σοβαρά απόσβεση) Kronur ισλανδική τους σε οποιοδήποτε άλλο

νόμισμα. Αντίθετα, οι ενάγοντες προτεραιότητα στην Landsbanki εκκαθάριση τώρα

σταθεί να επιστραφεί πλήρως σε πλήρως μετατρέψιμο νόμισμα.

200 Επιπλέον, όσον αφορά τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε

κάθε διακρίσεως που βασίζεται στον τρόπο με τον οποίο η κατάθεση εγγύησης ταμείο

Η ίδια η λειτουργία. Οι δύο ομάδες σε σχέση με την ESA, τους καταθέτες με τις εγχώριες

Οι καταθέτες υποκαταστημάτων και με ξένα υποκαταστήματα της Landsbanki, έχουν υποστεί επεξεργασία

εξίσου. Κανένας έχει λάβει οποιεσδήποτε πληρωμές στο πλαίσιο του καθεστώτος εγγυήσεων.

201 Επιπλέον, οι καταθέσεις σε εγχώρια υποκαταστήματα δεν έγινε ποτέ διαθέσιμο

κατά την έννοια του άρθρου 1 (3) της οδηγίας. Εν πάση περιπτώσει, η Ισλανδία


Page 32

– 32 –

συνεχίζει, οποιαδήποτε διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των δύο ομάδων θα είναι

δικαιολογείται αντικειμενικά. Αν και καθαρά οικονομικούς στόχους, δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκή

αιτιολόγηση, σαφείς στόχους δημόσιου συμφέροντος μπορεί να αποτελέσει θεμιτό σκοπό, ακόμη και

στην περίπτωση που έχει δημόσιο συμφέρον οικονομικούς σκοπούς.

Άλλοι συμμετέχοντες να υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις

202 Οι κυβερνήσεις που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις δεν έχουν ασχοληθεί με το

θέμα των διακρίσεων.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

203 Με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η κάλυψη των καταθέσεων σε

Ισλανδία, τουλάχιστον στο επίπεδο που προβλέπεται από την οδηγία, και εντός των χρονικών ορίων

παρέχονται σ ‘αυτό, και, ταυτόχρονα, δεν παρέχει ξένους καταθέτες με στο

τουλάχιστον την ίδια ελάχιστη εγγύηση, η καθής παραβίασε την οδηγία

ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 4, του ΕΟΧ ή έχει έμμεση διάκριση με βάση

ιθαγένειας που απαγορεύεται από το άρθρο 4 του ΕΟΧ.

Δυσμενή διάκριση αντίθετη προς την οδηγία ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 4 του ΕΟΧ

204 Το άρθρο 4 του ΕΟΧ προβλέπει ως γενική αρχή ότι, στο πεδίο εφαρμογής του

εφαρμογή της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ, και με την επιφύλαξη τυχόν ειδικών

διατάξεών της, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας

να απαγορεύεται.

205 Το άρθρο 4 του ΕΟΧ να εφαρμοστεί αυτοτελώς μόνο σε καταστάσεις διεπόμενες από το νόμο για τον ΕΟΧ

το οποίο η Συμφωνία ΕΟΧ δεν προβλέπει ειδική απαγόρευση των διακρίσεων

(Βλ. απόφαση της E-1/00 Íslandsbanki-FBA [2000-2001] ΕΖΕΣ Ct. Δημ. 8, παράγραφοι

35 και 36, και παρατιθέμενη νομολογία).

206 Σύμφωνα με το άρθρο 4 (1) της οδηγίας, συστήματα εγγύησης των καταθέσεων εισήχθη

και αναγνωρίζονται επισήμως σε ένα κράτος του ΕΟΧ σύμφωνα με το άρθρο 3 (1) του

Οδηγία καλύπτει τους καταθέτες υποκαταστημάτων τα οποία έχουν δημιουργήσει τα πιστωτικά ιδρύματα σε άλλα

Τα κράτη του ΕΟΧ.

207 Αιτιολογική σκέψη 3 του προοιμίου της οδηγίας ορίζει ότι σε περίπτωση κλεισίματος του

ένα αφερέγγυου πιστωτικού ιδρύματος οι καταθέτες σε οποιαδήποτε υποκαταστήματα που βρίσκονται σε μια

Συμβαλλόμενου μέρους άλλου από εκείνο στο οποίο το πιστωτικό ίδρυμα έχει την έδρα του

πρέπει να προστατεύονται από το ίδιο σύστημα εγγύησης και άλλες του ιδρύματος

καταθετών.

208 Όπως προκύπτει από το άρθρο 4 της οδηγίας ερμηνευθεί υπό το πρίσμα των αιτιολογική σκέψη 3 του προοιμίου

ότι οι καταθέτες σε οποιαδήποτε υποκαταστήματα που ιδρύονται από πιστωτικά ιδρύματα σε άλλες χώρες του ΕΟΧ

Τα κράτη μέλη ανήκουν στο σύστημα εγγύησης και να αναγνωριστούν επίσημα

στο κράτος μέλος καταγωγής του ΕΟΧ.


Page 33

– 33 –

209 Επιπλέον, η μεταχείριση των ξένων και εγχώριων καταθετών από την κατάθεση-

σύστημα εγγύησης πρέπει να είναι ίση όσον αφορά την καταβολή της ελάχιστης αποζημίωσης

βάσει της οδηγίας σε περίπτωση κλεισίματος ενός αφερέγγυου πιστωτικού ιδρύματος.

210 Έτσι, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων επιτάσσει ότι δεν υπάρχει διαφορά στην

η αντιμετώπιση των καταθετών από το σύστημα εγγύησης ίδιο και με τον τρόπο που χρησιμοποιεί τους

κεφάλαια. Έτσι, στο μέτρο αυτό, τις διακρίσεις βάσει της οδηγίας απαγορεύεται.

211 προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι η Landsbanki κατέρρευσε στις 7 Οκτωβρίου

2008. Οι εγχώριες καταθέσεις μεταφέρθηκαν στη Νέα Landsbanki που ήταν

ιδρύθηκε από την κυβέρνηση της Ισλανδίας μεταξύ 9 και 22 Οκτωβρίου 2008. Ο

μεταφορά βασίστηκε σε απόφαση FME της 9ης Οκτωβρίου 2008.

212 Η ΔΕΘ δεν συμμετείχε στην μεταφορά των καταθέσεων. Η μεταφορά ήταν μέρος της

η αναδιάρθρωση των ισλανδικών τραπεζών που επιτεύχθηκε με μια σειρά μέτρων

στο πλαίσιο του νόμου έκτακτης ανάγκης της Ισλανδίας.

213 Στις 27 Οκτωβρίου 2008, δηλαδή εντός των 21 ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 1 (3) του

Οδηγίας, η FME έκανε μια δήλωση που προκάλεσε την υποχρέωση για την ΔΕΘ να

κάνουν ό, τι αφορά τις πληρωμές ξένων καταθέσεων σε υποκαταστήματα της Landsbanki.

214 Επιπλέον, οι εγχώριες καταθέσεις δεν είναι πλέον διαθέσιμες, κατά την έννοια του

Άρθρο 1 (3) της οδηγίας. Η μεταφορά των εγχώριων καταθέσεων στη Νέα

Landsbanki έγινε πριν από το FME έκανε αυτή τη δήλωση η ενεργοποίηση

εφαρμογή της οδηγίας. Κατά συνέπεια, η προστασία των καταθετών σύμφωνα με το

Οδηγία δεν εφαρμόζεται στους καταθέτες σε υποκαταστήματα της ισλανδικής Landsbanki.

215 Όπως έχει αναφερθεί παραπάνω, η αρχή της μη-διάκρισης είναι συνυφασμένες με την

Οδηγία προβλέπει ότι πρέπει να υπάρχει διαφορά στον τρόπο αποδοχής καταθέσεων

σύστημα εγγύησης αντιμετωπίζει καταθέτες, και ο τρόπος που πληρώνει τα κεφάλαια του.

216 Στην προκειμένη περίπτωση, διαφορετική μεταχείριση αυτού του είδους δεν ήταν δυνατή.

Κατά συνέπεια, η μεταφορά των εγχώριων καταθέσεων – αν οδηγεί κατά κανόνα σε

άνιση μεταχείριση είτε όχι – δεν εμπίπτει στο πεδίο της μη-

αρχή της διάκρισης, όπως ορίζεται στην οδηγία.

Συμπέρασμα

217 Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

Δυσμενή διάκριση αντίθετη προς το άρθρο 4 του ΕΟΧ

218 Όσον αφορά τον τρίτο λόγο, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της μη-

διακρίσεων που έχει τη βάση της στο άρθρο 4 του ΕΟΧ ορίζει ότι η συγκρίσιμη

καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο και ότι διαφορετικές καταστάσεις δεν πρέπει να είναι

κατεργάστηκε με τον ίδιο τρόπο. Διακριτική μεταχείριση μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο αν είναι

βασίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια των προσώπων

ενδιαφερόμενο και είναι ανάλογες προς τον θεμιτώς επιδιωκόμενο σκοπό (βλ.,


Page 34

– 34 –

μεταξύ άλλων, αποφάσεις E-15/11 Διάτρηση Arcade, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2012, δεν έχει ακόμη

αναφερθεί, σκέψη 60, και τη νομολογία που παρατίθεται εκεί).

219 Κατά το χρόνο της μεταβίβασης, Icesave πελάτες των καταστημάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην

η Ολλανδία, και οι ομόλογοί τους στην Ισλανδία βρέθηκαν στο έδαφός τους

ικανότητα ως κάτοχοι καταθέσεων σε αφερέγγυα τράπεζα της Ισλανδίας σε συγκρίσιμη

κατάσταση.

220 Όσον αφορά την περαιτέρω αξιολόγηση του τρίτου λόγου, πρέπει να υπομνησθεί ότι η

εφαρμογή επιδιώκει μόνο μία δήλωση, δηλαδή, ότι, παραλείποντας να εξασφαλίσει την καταβολή

του ελάχιστου ποσού της αποζημίωσης στους καταθέτες της Icesave στο

Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο που προβλέπεται στο άρθρο 7 (1) του

Την οδηγία εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 10 της οδηγίας, τα

καθής παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει του δικαίου του ΕΟΧ. Αυτή η εφαρμογή βασίζεται

για τρεις λόγους: (i) παραβίαση της δήθεν υποχρέωση του αποτελέσματος που προβλέπει το

Ίδια την οδηγία, (ii) παραβίαση της οδηγίας και του άρθρου 4 του ΕΟΧ και (iii)

παράβαση του άρθρου 4, του ΕΟΧ και μόνο.

221 Η προσφεύγουσα περιόρισε το πεδίο εφαρμογής της, δηλώνοντας ότι «η παρούσα

υπόθεση δεν αφορά το αν η Ισλανδία ήταν κατά παράβαση της απαγόρευσης των

διακρίσεων δεν κινείται πάνω από το σύνολο των καταθέσεων του εξωτερικού Icesave

καταθέτες σε «νέα Landsbanki», όπως έκανε και για τις εγχώριες καταθέτες της Landsbanki.

Η παραβίαση αποτελείται από την αποτυχία της ισλανδικής κυβέρνησης να διασφαλίσει

ότι Icesave καταθετών στην Ολλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο λαμβάνουν

καταβολή του ελάχιστου ποσού της αποζημίωσης που προβλέπεται στην οδηγία

εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στην οδηγία, όπως έπραξε για την εγχώρια

καταθετών. Η αποζημίωση των εγχώριων και ξένων καταθετών και άνω

πέραν αυτού του ελάχιστου ποσού δεν έχει και δεν συζητείται στο πλαίσιο της

η παρούσα διαδικασία. »

222 Επιπλέον, κατά την εφαρμογή του, ο ΕΟΔ υπογραμμίζει «ότι αυτό δεν προδικάζει την άποψη της

ως προς το αν η δυσμενής διάκριση όσον αφορά την αποζημίωση των καταθετών παραπάνω

και πέρα από το επίπεδο που προβλέπεται από την οδηγία είναι δικαιολογημένη ».

223 Έτσι, έχοντας υπόψη την αυτο-περιορισμό του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να

εκτιμηθεί κατά πόσον ο κατηγορούμενος ήταν κάτω από μια συγκεκριμένη υποχρέωση να διασφαλίσει ότι

πληρωμές που έγιναν στους καταθέτες της Icesave στις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο.

224 Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι η οδηγία, ακόμη και διαβάζονται βάσει του άρθρου 4

ΕΟΧ, δεν επιβάλλει στον εναγόμενο να διασφαλιστεί ότι οι πληρωμές γίνονται

σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας στους καταθέτες της Icesave στο

Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο.

225 Έτσι, μια τέτοια υποχρέωση μόνο αποτέλεσμα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπάρχει, αν επρόκειτο να

απορρέουν απευθείας από το άρθρο 4 του ΕΟΧ ίδια. Ήταν αυτή η περίπτωση, η μεταφορά

εγχώριες καταθέσεις στη Νέα Landsbanki θα είχε οδηγήσει σε μια υποχρέωση να διασφαλίσει

η καταβολή της ελάχιστης αποζημίωσης, όπως ρητά προβλέπεται στο

Οδηγίας.


Page 35

– 35 –

226 Αυτό, όμως, δεν απαιτείται σύμφωνα με την αρχή της μη-διάκρισης. Άρθρο

4 ΕΟΧ ορίζει ότι παρόμοιες καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο. Ένα

συγκεκριμένη υποχρέωση του εναγομένου που, εν πάση περιπτώσει, δεν θα δημιουργήσει

ίση μεταχείριση μεταξύ των εγχώριων και των καταθετών σε καταθέτες

Υποκαταστήματα Landsbanki σε άλλα κράτη του ΕΟΧ δεν μπορεί να προέλθει από εκείνη

αρχή. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να ευδοκιμήσει βάσει του άρθρου 4 του ΕΟΧ.

227 Για λόγους πληρότητας, το Δικαστήριο προσθέτει ότι, ακόμη και αν ο τρίτος λόγος ήταν

διατυπωθεί με διαφορετικό τρόπο, κάποιος θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι το να απολαύσουν τα κράτη του ΕΟΧ

μια ευρεία διακριτική ευχέρεια στη λήψη βασικές επιλογές της οικονομικής πολιτικής

στη συγκεκριμένη περίπτωση μιας συστημικής κρίσης με την προϋπόθεση ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις

δεόντως αποδεδειγμένη. Αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως πιθανός λόγος

για την αιτιολόγηση. Στην προηγούμενη περίπτωση της Sigmarsson, η ίδια η προσφεύγουσα υπογράμμισε

αυτό το σημείο (βλ. Sigmarsson, προαναφερθείσα, σκέψεις 42 και 50).

Συμπέρασμα

228 Εν όψει των ανωτέρω, και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.

229 Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, παραλείποντας να εξασφαλίσει την καταβολή της ελάχιστης

ποσό της αποζημίωσης στους καταθέτες της Icesave στην Ολλανδία και στην

Ηνωμένο Βασίλειο που προβλέπεται στο άρθρο 7 (1) της πράξης που αναφέρεται στο σημείο 19α του

Το παράρτημα IX της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (Οδηγία

94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1994, για

συστήματα εγγύησης των καταθέσεων), εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 10 του

Πράξη, η Ισλανδία δεν παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω πράξη,

ιδίως αυτών των άρθρων 3, 4, 7 και 10, και / ή το άρθρο 4 της συμφωνίας για τη

του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.

V

Δικαστικά έξοδα

230 Κατά το άρθρο 66 (2) του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος είναι

καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου

υπομνήματα. Ο κατηγορούμενος ζήτησε την καταδίκη της προσφεύγουσας στα δικαστικά έξοδα.

Δεδομένου ότι η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Ο

έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις δεν αποδίδονται.

231 Σύμφωνα με το άρθρο 66 (4) του Κανονισμού Διαδικασίας, το Ευρωπαϊκό

Επιτροπή, η οποία παρενέβη στη δίκη, θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα.

232 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Λιχτενστάιν, Ολλανδία, νορβηγικά και το Ηνωμένο

Βασίλειο κυβερνήσεις, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν είναι

ανακτήσιμη.


Page 36

– 36 –

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

αποφασίζει:

1.

Απορρίπτει την προσφυγή.

2.

Καταδικάζει η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ να καταβάλει τα δικαστικά της έξοδα

και οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από την Ισλανδία.

3.

Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

Ο Carl Baudenbacher

Páll Hreinsson

Ola Mestad

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Ιαν. 2013

Thomas Christian Poulsen

Ο Carl Baudenbacher

Αποφασίζοντας γραμματέας

Πρόεδρος

 

 

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under "δικαιοσύνη", "θεσμοί", "οικονομική κρίση", τράπεζες δημιουργοί χρήματος από το πουθενά, ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ, ΔΝΤ, Δημοψήφισμα, Παγκόσμιο Σύστημα-Αλήθειες κρυμμένες, αναδημοσιεύσεις

One response to “Η αγλλία και οι Κάτω Χώρες ενήγαγαν την Ισλανδία επειδή δεν …..έσωσε τις τράπεζες εξαθλιώνοντας τον λαό της….Δικαστική απόφαση-σταθμός: Δεν θα πληρώσουν οι λαοί τις τράπεζες. Του Ερίκ Τουσέν

  1. Παράθεμα: Ανώνυμος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s