Πρακτικές εισηγήσεις και για την σημερινή πορεία προς την πρεσβεία του Ισραήλ- Νομική επεξήγηση και ανάλυση του δικαιώματος στην διαδήλωση

Κάποιες εισηγήσεις για την σημερινή πορεία προς την ισραηλινή πρεσβεία

Θεωρώ ότι θα υπάρξει σίγουρα κάποιου είδους προβοκάτσια έξω από τον χώρο της πρεσβείας οπότε πρέπει όσοι συμμετάσχουν να είναι πάρα πολύ προσεκτικοί….

Μια εισήγηση την οποία θέτω πάντα στα παιδιά που κατεβαίνουν στις πορείες

ΚΑΜΕΡΕΣ!!!!!!!!!!!

Μόνη πίεση η οποία μπορεί να εξασκηθεί πάνω σε επίδοξους προβοκάτορες είτε είναι η κυπριακή αστυνομία είτε οι δυνάμεις ασφαλείας της πρεσβείας είναι αυτή της δημόσια έκθεσης τους

Όσο πιο πολλές κάμερες που να καταγράφουν τα πάντα τόσο πιο προστατευμένοι θα είστε σε περίπτωση προβοκάτσιας

Ίσως κάποια άτομα να πρέπει να αναλάβουν ρόλο κάμερα μαν και να μην έχουν άμεση εμπλοκή μέσα στην καρδιά της πορείας και στον χώρο έξω από την πρεσβεία αλλά απ΄έξω να καταγράφουν στιγμή προς στιγμή τα γεγονότα ώστε να υπάρχει αδιάψευστος μάρτυρας για ό,τι γίνει

Από κει και πέρα, αν υπάρξει εμπλοκή  της αστυνομίας και σε περίπτωση σύλληψης ένας αρκετά χρήσιμος οδηγός για το πρέπει να κάνετε αλλά και να μην κάνετε σε περίπτωση που κάποιος αστυνομικός κάνει αυτά που κάνει συνήθως είναι αυτός που αναρτήθηκε στο blog του φίλου ΚΑΖΑΝΙ

http://tokazani.blogspot.com/2010/05/blog-post_20.html

Πάντως να γνωρίζετε ότι το δικαίωμα του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και ελευθέρως κατοχυρώνεται από το σύνταγμα και το άρθρο 11 της Ευρωπαικής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με πολύ συγκεκριμένα

Διαδήλωση 20/3/2003 …….η πραγματικότητα όπως την βλέπετε στις φωτό και η αντίληψη της από την “Δικαιοσύνη” της Κύπρου

https://osr55.wordpress.com/2008/06/25/69

Ένα απόσπασμα με νομική επεξήγηση και ανάλυση του σημαντικότατου αυτού δικαιώματος που έχουν όλοι :

«Πριν υπεισέλθουμε στις λεπτομέρειες της συγκεκριμένης μας υπόθεσης, είναι πολύ σημαντικό να γίνει ανάλυση του περιεχομένου και της σημασίας του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος «Περί των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών» και ιδιαίτερα του δικαιώματος του «συνέρχεσθαι ειρηνικώς».

 

 Σε διεθνές επίπεδο η διακήρυξη θεμελιωδών δικαιματων του ανθρώπου είναι άρρηκτα συνυφασμένη με το ιστορικό κίνημα του συνταγματισμού, δηλαδή την διεκδίκηση της θέσπισης θεμελιωδών κανόνων για τη νομική οργάνωση και πολύ περισσότερο τον περιορισμό της κρατικής εξουσίας από αυθαίρετες παρεμβάσεις. Για την κατανόηση της νομικής φύσης των συνταγματικών δικαιωμάτων, ιστορικά έπαιξε ρόλο η παραδοσιακή δάκρισή τους σε ατομικά, κοινωνικά και πολιτικά. Τα ατομικά δικαιώματα συνιστούν αξιώσεις του ατόμου-πολίτη έναντι του κράτους για αποχή από παρεμβάσεις σε μια συνταγματικά κατοχυρωμένη σφαίρα ιδιωτικής αυτονομίας και έκφρασης αυτοπροσδιορισμού.  Το άρθρο 35 Σ ορίζει: «Αι νομοθετικαί, εκτελεστικαί και δικαστικαί αρχαί της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζωσι την αποτλεσματικήν εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος μέρους, εκάστη εντός των ορίων της αρμοδιότητας αυτής.» Η διάταξη αυτή καθιστά σαφές ότι η εγγύηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων από το κράτος δεν εξαντλείται όμως μόνο σε μια απλή υποχρέωση αποχής, αλλά εκτείνεται και σε υποχρέωση όλων των εξουσιών-οργάνων του να διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος, η κάθε μια μέσα στα όρια της αρμοδιότητας της . Τούτο μπορεί να απαιτεί ακόμα και ανάληψη πρωτοβουλιών από το Κράτος προκειμένου να προστατευτεί ενεργητικά το δικαίωμα εκείνο το οποίο εγγυάται, όπως είναι το δικαίωμα του συνέρχεσθαι ερηνικώς, ώστε να μην παραμένει η συνταγματική αυτή διάταξη κενό γράμμα χωρίς περιεχόμενο.

Αξιοσημείωτη ως προς το σημείο αυτό είναι η απόφαση Plattform “Arzte fur das Leben» 21/6/1988 Α139 του ΕΔΑΔ με την οποία δέχθηκε πως μια πραγματική και αποτελεσματική ελευθερία του ατομικού δικαιώματος της συνάθροισης, δεν διασφαλίζεται μόνο μέσω της απλής αποχής του Κράτους αλλά επιπλέον το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ επιβάλλει την λήψη ακόμη και θετικών μέτρων εκ μέρους του Κράτους και της αστυνομίας για την προστασία των διαδηλωτών από βιαιότητες αντιφρονούντων. Με απλά λόγια, όχι μόνο η αστυνομία πρέπει να μην παρεμβαίνει και να απέχει αρνητικά, αλλά ακόμη όταν χρειάζεται οφείλει και πρέπει να παρεμβαίνει θετικά προς την κατεύθυνση της διασφάλισης του δικαιώματος του «συνέρχεσθαι ειρηνικώς» εμποδίζοντας τρίτους από το να παρέμβουν στην συνάθροιση. Ο ρόλος και σκοπός της αστυνομίας σε μια δημοκρατία ως όργανο του Κράτους είναι πάνω απ΄όλα η διασφάλιση της εφαρμογής και απόλαυσης εκ μέρους των πολιτών των συνταγματικών τους δικαιωμάτων.

Οι διατάξεις των συνταγματικών θεμελιωδών δικαιωμάτων έχουν αυξημένη τυπική ισχύ και δεν είναι δυνατό να καταργηθούν ούτε απ΄αυτόν τον ίδιο τον εκλελεγμένο νομοθέτη και φυσικά ούτε από οποιεσδήποτε άλλες κρατικές πράξεις και ιδιαίτερα από ένα όργανο υποδεέστερο της Νομοθετικής εξουσίας όπως είναι η αστυνομία. Με άλλα λόγια εφόσον ακόμη και αυτή η ίδια η Βουλή που είναι το ανώτατο νομοθετικό όργανο του κράτους δεν μπορεί να καταργήσει όποιοδήποτε συνταγματικό δικαίωμα αλλά απλώς μπορεί να το περιορίσει υπό πολύ συγκεκριμένες προυποθέσεις μόνο με ειδικό νόμο, τότε είναι αυτονόητο ότι δεν μπορεί να έρχεται η αστυνομία και να το καταργεί πλήρως με τις πράξεις της  αυθαίρετα, παραβιάζοντας κατάφωρα το Σύνταγμα την Ευρωπαική Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και όλο το συναφές νομοθετικό πλαίσιο. Οι συνταγματικές επιταγές και οι νομοθετικές διατάξεις που πηγάζουν από αυτές, θέτουν τα νομικά αλλά και τα πραγματικά πλαίσια μέσα στα οποία οφείλουν να κινούνται όλα τα όργανα του κράτους, ιδίως σε ό,τι αφορά τις σχέσεις τους με τους πολίτες αφού βασικότατος σκοπός του Συντάγματος είναι να θέτει όρια στην άσκηση της κρατικής εξουσίας και να απονέμει δικαιώματα στους πολίτες που θεμελιώνουν κυρίως την αξίωση αποχής της επέμβασης της κρατικής εξουσιάς από την άσκηση των ατομικών τους δικαιωμάτων (όπως είναι το συνέρχεσθαι ειρηνικώς).

 

Ξεκάθαρη πάνω σ΄αυτό είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου

 Προέδρου της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων 12/5/2000 την οποία θα δούμε πιο κάτω.

Γενικότερα μπορούμε να πούμε ότι εκείνο που προέχει στην κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων είναι ο άνθρωπος ως άτομο αλλά και ως μέλος του κοινωνικού συνόλου.

 Με αυτήν την έννοια τα συνταγματικά ατομικά δικαιώματα αποτελούν αυτοσκοπούς του Κράτους. Αντίθετα η κρατική εξουσία σε όλες της τις μορφές όχι μόνο δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Τα δικαιώματα αυτά έτσι δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν ως εργαλεία στα χέρια του κράτους το οποίο τα χρησιμοποιεί αυθαίρετα για την διατήρηση και ενδυνάμωση της εξουσίας του. Η εργαλειακή αντίληψη των συνταγματικών δικαιωμάτων είναι ίδιον χαρακτηριστικό των ολοκληρωτικών καθεστώτων.

 

Μια δημοκρατική πολιτεία υφίσταται για να υπηρετεί την ευημερία των ανθρώπων και όχι το αντίστροφο, δηλαδή οι άνθρωποι να χρησιμοποιούνται σαν μέσο για την περαιτέρω ενδυνάμωση και συντήρηση της κρατικής εξουσίας εις βάρος του κοινωνικού συνόλου και των ανθρώπων-πολιτών.

Κάτι τέτοιο φαίνεται κυρίως από τον τρόπο που το κράτος χρησιμοποιεί την βία και την αστυνομική καταστολή, αφού αυτή είναι το κυριότερο του όπλο για την επιβολή της εξουσίας του.  Έτσι για να μπορέσουμε να δούμε πότε ένα δημοκρατικό φιλελεύθερο κράτος ρέπει προς τον ολοκληρωτισμο πρέπει να δούμε πότε υπάρχει κατάχρηση της αστυνομικής καταστολής. Κατάχρηση λοιπόν υφίσταται όταν πέρα από την αναγκαία για την συντήρηση της κοινωνίας προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων και εννόμων αγαθών η αστυνομική καταστολή επεκτείνεται και κατά της χρήσης από τους πολιτες των συνταγματικων τους δικαιωμάτων όταν αυτα συνιστούν απλώς έκφραση ενός ανεπιθύμητου για το κράτος φρονήματος. Με τον τρόπο αυτό η εξουσία που ρέπει προς τον ολοκληρωτισμό χρησιμοποιώντας το δραστικό όπλο της αστυνομικής καταστολής επιχειρεί να ποδηγετήσει την συμπεριφορά των πολιτών προς την ιδεολογικά προσκείμενη σ΄αυτήν κατεύθυνση, ελέγχοντας το φρόνημα τους. Η κατάχρηση της αστυνομικής καταστολής «περνά» στις μάζες πολιτικά μηνύματα τονίζοντας την στάση της κρατικής εξουσίας που ρέπει προς τον ολοκληρωτισμό απέναντι σε ορισμένες κοινωνικές αξίες ή σε ορισμένα γενικά αποδεκτά πρότυπα συμπεριφοράς. Επιδιώξη και όραμα μιας ολοκληρωτικής κρατικής εξουσίας είναι η δημιουργία «φοβισμένων πολιτών» και η δημιουργία τρομοκρατημένων ανθρώπων με δουλική συμπεριφορά.

 Ενώ ένα δημοκρατικό φιλελευθερο κράτος για να νοείται ως τέτοιο, πρέπει να προστατεύει και να διασφαλίζει την εφαρμογή των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει. Ο λειτουργικός προορισμός αυτών των δικαιωμάτων αποσκοπεί στο να καταστήσει εφικτή την λειτουργία του δημοκρατικου πολιτεύματος. Παράλληλα η άσκηση τους αποτελεί έναν τρόπο έκφρασης και ανάπτυξης της προσωπικότητας του πολίτη, ο οποίος έτσι αυτοκαθορίζεται από κοινού με τους συμπολίτες του.

Υπάρχει λοιπόν αντικειμενικά, ανάγκη θεσμών προστατευτικών της ελευθερίας και των συνταγματικών ατομικών δικαιωμάτων του πολίτη, τα οποία όπως είπαμε αποτελούν αυτοσκοπούς του κράτους. Αυτό επιβάλλεται όχι μόνο για χάρη της μειοψηφίας των διαφωνούντων προς την κρατούσα έννομη τάξη αλλά ιδίως για χάρη και προς το συμφέρον του συνόλου των πολιτών….και αυτό διότι ο κάθε πολίτης ενδέχεται να έχει κάποτε διαφορετική γνώμη από την κράτουσα σε ορισμένη στιγμή και ακόμη διότι η ελευθερία που είναι η Ουσία του δημοκρατικού πολιτευμάτος για να μη νοθεύεται και διακυβευεται πρέπει να είναι αδιαίρετη.

 

 Εν ολίγοις η ελευθερία που αξίζει και έχει πρακτική σημασία δεν είναι τόσο η ελευθερία των συμφωνούντων όσο η ελευθερία των διαφωνούντων, δηλαδή εκείνων που σκέφτονται διαφορετικά. Ελευθερία μόνο για τους κατόχους της εξουσίας των οργάνων της όπως είναι η αστυνομία και τους οπαδούς της όσο πολυάριθμοι και αν είναι δεν είναι ελευθερία, διότι

 «η ελευθερία χάνει την αποτελεσματικότητα της όταν καταντάει προνόμιο» (Rosa Luxemburg).

Η κατοχύρωση λοιπόν της πραγματικής άσκησης των πιο πάνω ατομικών δικαιωμάτων και της ελευθερίας που θεμελιώνεται στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ αποσκοπεί στο κατεξοχήν εκ των ων ούκ άνευ δημοκρατικό δικαίωμα που είναι και η Ουσία της Δημοκρατίας, δηλαδή η ελεύθερη, ουσιαστική και απρόσκοπτη συμμετοχή των πολιτών σε πολιτικά σχήματα ή επιμέρους πολιτικοποιημένες ομάδες όπου από διάφορα βήματα όπως είναι οι συναθροίσεις και οι διαδηλώσεις συμμετέχουν στην λήψη πολιτικών αποφάσεων. Έτσι είναι αναγκαία η θέσπιση φραγμών, περιοριστικών των εκάστοτε ασκούντων την κρατική εξουσία, οι οποίοι να εγγυώνται την ανεμπόδιστη και ανόθευτη άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων και της αυθεντική βούλησης του λαού συνολικά αλλά και μερικά ώστε οι οποιοιδήποτε κρατούντες να μην μπορούν να τον εξαναγκάσουν με τα μέσα που διαθέτουν και ειδικότερα την αστυνομική καταστολή να «θέλει»» ό,τι θέλουν αυτοί.  

 

Φυσικά  τα ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες δεν είναι ανεπίδεκτα κάποιων κατ΄εξαίερεση περιορισμών. Ο περιορισμός όμως των ατομικών ελευθεριών που γίνεται σε συνάρτηση με τις ελευθερίες των άλλων, είχε προβλεφθεί ήδη στην γαλλική διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη του 1789 που όριζε στο άρθρο 4 ότι : «η ελευθερία έγκειται στο να μπορεί κανείς να κάνει κάθε τι που δεν βλάπτει τον άλλο, έτσι η άσκηση των φυσικών δικαιωμάτων κάθε ανθρώπουδεν έχει άλλα όρια από εκείνα που εξασφαλίζουν στα άλλα μέλη της κοινωνίας την απόλαυση αυτών των ίδιων δικαιωμάτων» Ετσι η ελευθερία των άλλων δεν είναι μόνο όριο, αλλά και προυπόθεση για την ελευθερία του καθενός, όπως και η ελευθερία του καθενός είναι προυπόθεση για την ελευθερία όλων.

 

 Αν δηλαδή στην παρούσα υπόθεση φανεί ότι παραβιάστηκαν τα βασικότατα συνταγματικά δικαιώματα και ελευθερίες του Άρη Μακρίδη, και του Γιώργου Παπαδόπουλου με την ανοχή του κράτους σε όλες του τις μορφές : διοικητική-αστυνομικής , δικαστικής και νομοθετική  η οποία νομοθετική απλώς θα περιορίζεται στο να ψηφίζει νόμους κενού περιεχομένου αφού το γράμμα τους δεν θα γίνεται σεβαστό από τις υπόλοιπες εξουσίες, τότε οδεύουμε ολοταχώς σε πολύ δύσβατα μονοπάτια που ενδεχομένως θα μας οδηγήσουν στην πλήρη αυθαιρεσία των ασκούντων την εξουσία  κρατικών οργάνων όπου πλέον κανένας δεν θα είναι ασφαλής απο αυτήν. Αν τώρα φανεί ότι παραβιάστηκαν με την ανοχή του κράτους τα συνταγματικά δικαιώματα πολιτών οι οποίοι ασκούσαν αυτά τους τα συνταγματικά δικαιώματα μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας , τότε άυριο με την ανοχή και  την σφραγίδα του κράτους πάλι κανένας πολίτης δεν θα είναι πλεον βέβαιος ότι παρόλο που ζει και λειτουργεί μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας ασκώντας ενεργά τα συνταγματικά του δικαιώματα δεν θα έρθει η αστυνομία η οποία χωρίς να τηρεί το Σύνταγμα και τις διαδικασίες που θέτει ο εκτελεστικός του συντάγματος νόμος, να τον συλλάβει αυθαίρετα γιατι ήταν ύποπτος πχ κατοχής μπουκαλιού με μπογια (!!) όπως μας ενημέρωσε στην κατάθεση και στην προφορική του μαρτυρία του ο κύριος Μάρτυρας Κατηγορίας 10 υπαστυνόμος Σάββα Χρίστος.

 

Αυτή ακριβώς η νοοτροπία της διοίκησης εν γένει και ειδικότερα της αστυνομίας είναι που πρέπει να αλλάξει και να τεθεί ένας αποτελεσματικός φραγμός στην ανονιμοποίητη δράση της. Και αυτό γιατί όταν η αστυνομική καταστολή επεκτείνεται όπως και στην περίπτωση μας σε έναν απίθανο κύκλο ενεργειών εκ μέρους των πολιτών όπως το να θεωρείται  κάποιος «ύποπτος» για κατοχή μπουκαλιού με μπογιά  και την αναγάγει η αστυνομία σε ψευτο-έγκλημα και σαν πρόσχημα για να παραβιάσει τα θεμελιώδη συνταγματικά δικαίωματα του πολίτη, τότε αυτή η συμπεριφορά της αστυνομίας μπαίνει σαν σφήνα στην καρδιά του νομικού μας πολιτισμού τον οποίο και κτυπά θανάσιμα, αφού πλέον παραβιάζεται κατάφωρα η βασικότατη-θεμελιώδης συνταγματική επιταγή του Συντάγματος για την διασφάλιση της ελευθερίας και αξιοπρέπειας του ανθρώπουπου ορίζει ότι όλοι έχουν δικαιώμα στην ελευθερία και στην προσωπική ασφάλεια όπως ορίζει το άρθρο 11 Σ και το άρθρο 5 ΕΣΔΑ και ουδείς στερείται αυτά του τα δικαιώματα εκτός όπως ορίζει ο Νόμος.

 

Ξεκάθαρη όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, ως προς την έννοια και την ουσία των ατομικών συνταγματικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ 12 Μαίου 2000 μεταξύ του Προέδρου της Δημοκρατίας νς Βουλής των Αντιπροσώπων λέει το ΑΔ σελ 4

« Το άρθρο 15.1 του Σ κατοχυρώνει το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής ώς θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Ανάλογη προστασία παρέχεται από το άρθρο 8(2) της Ευρωπαικής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που ενσωματώθηκε στο ημεδαπό δίκαιο με την κύρωση της της Σύμβασης –(βλ. Ν 39/62)

Περιορισμός του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής και κάθε δικαιώματος που κατοχυρώνει το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, χωρεί μόνο κάτω από τους όρους και τις αυστηρές προυποθέσεις που θέτει το ίδιο το  Σ.  Το δικαίωμα που διασφαλίζει το άρθρο 15.1 του Σ απαγορεύει την διείσδυση κάτω από οποιοδήποτε πρόσχημα στην ιδιωτική ζωή του ανθρώπου.» 

 

Στην επόμενη παράγραγραφο λέει το ΑΔ

 «Στην άσκηση του δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 15.1 δε χωρεί επέμβαση. Επέμβαση χωρεί μόνο εφόσον εξουσιοδοτείται από το νόμο και είναι αποκλειστικά αναγκαία για ένα ή περισσότερους σκοπούς που καθορίζονται στην ίδια διάταξη του Συντάγματος»

 

 Στην σελ 8 υπάρχει ο τίτλος :

 «άρθρο 15 του Συντάγματος – Το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής – Πότε χωρεί επέμβαση;» ……………τα δικαιώματα που κατοχυρώνει το Σ προσιδιάζουν στο άτομο και έχουν ως επίμετρο την φύση του ανθρώπου. Φορέας των δικαιωμάτων που κατουχρώνει το Μέρος ΙΙ του Σ είναι το άτομο. Τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου μπορεί να περιοριστούν με τον τρόπο που επιτρέπει και μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα. Περιορισμός μπορεί να τεθεί και η επέμβαση να επιτραπεί με Νόμο, εφόσον αυτά κρίνονται αναγκαία και στο βαθμό που η ανάγκη το επιβάλλει.. βλ μεταξύ άλλων Police and Theodoros Nicola Hondron and Another 3 RSCC 82 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής (Αρ. 2) (1992) 3 ΑΑΔ 165)

Δεν είναι οποιασδήποτε μορφής ανάγκη που μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό ή επέμβαση σε θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Από τη νομολογία του Ευρωπαικόυ Δικαστηρίου και της Ευρωπαικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προκύπτει ότι η ανάγκη πρέπει να είναι όχι μόνο υπαρκτή αλλά και να έχει χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης, αποτιμούμενης στο πλαίσιο δημοκρατικής κοινωνίας….(βλ Platform)  Η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρ. Δικαιωμάτων για τη φύση της ανάγκης και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμάται εξηγούνται στο σύγγραμμα…………… Όμοια κατ΄ουσίαν είναι και η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Διαπίστωση της ύπαρξης και τον προσδιορισμό της φύσης της ανάγκης που μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου- Police vs Ekdodiki Eteria (1982) 2 CLR 63. Πρώτο, πρέπει να υπάρχει άμεσος σχέση μταξύ του περιορισμού του δικαιώματος και της ανάγκης η οποία τον επιβάλλει.

 Δεύτερο πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού αν όχι αναπόφευκτου κινδύνου ότι ένας ή περισσότεροι από τους σκοπούς ή λειτουργίες της πολιτείεας για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα, θα τεθούν σε κίνδυνο» 

Στην επόμενη παράγραφο:

« Εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. Αναγνωρίζεται κατ΄αρχήν κάποιο περιθώριο εκτίμησης (margin of appreciation) στο Νομοθέτη ως προς την ύπαρξη κοινωνικής ανάγκης για την θεσμοθέτησςη του κανόνος δικαίου. Η εμβέλεια της αρχής αυτή είναι περιορισμένη όπως αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν υπερβαίνει τα όρια της καλοπροαίρετης βούλησης του νομοθετικού σώματος για τη νομοθετική ρύθμιση του θέματος. Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιωμάτος η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη.»

Στην μεθεπόμενη παράγραφο:

 « Η εντύπωση η οποία αφήνεται είναι ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων θεωρεί γενικά επιθυμητό τον έλεγχο, ο οποίος καθιερώνεται, ανεξάρτητα από την επέμβαση που συνεπάγεται στο θεμελιώδες δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής και ανεξάρτητα από τη δυνατότητα περιορισμού του, για τους λόγους που καθιστά παραδεκτούς το άρθρο 15.2 του Σ.==>  Εφόσον νομοθέτημα περιοριστικό ανθρώπινου δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής σ΄αυτήν την περίπτωση δε θεμελιώνεται σε υπαρκτή άμεση και πιεστική ανάγκη αυτό απολήγει σε παραβίαση του δικαιώματος , επιζήμια για τον άνθρωπο και το κοινωνικό χώρο στον οποίο λειτουργεί.

 Τα ανθρώπινα δικαιώματα οριοθετούν το πλαίσιο λειτουργίας της Πολιτείας από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση εκτός για τους εξαιρετικούς λόγους που διαγράφει το ίδιο το Σύνταγμα»

Το ΑΔ είναι ξεκάθαρο σ΄αυτό που λέει: Ναι μεν το Σύνταγμα ορίζει ότι τα ανθρώπινα συνταγματικά- ατομικά δικαιώματα μπορούν να υποστούν περιορισμούς από τη Νομοθετικής εξουσία που ψηφίζει τέτοιο νόμο, αλλά ακόμη κι αυτή η νομοθετική εξουσία υφίσταται προληπτικά και κατασταλτικά ασφυκτικούς περιορισμούς όσον αφορά τα πλαίσια  που μπορεί να κινηθεί. Δεν μπορεί έτσι η Νομοθετική εξουσία να περιορίσει ένα συνταγματικό ατομικό δικαίωμα που λειτουργεί σαν ασπίδα και προμετωπίδα στην αυθαίρετη επέμβαση του Κράτους, ούτε καν με νόμο, εάν αυτός ο νόμος δεν θεμελιώνεται πάνω στη διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση εκτός όπως ορίζει το Σύνταγμα. Βλέπουμε δηλαδή με πόση αυστηρότητα αντιμετωπίζει το Ανώτατο Δικαστήριο ακόμη κι αυτήν την ίδια την Βουλή των Αντιπροσώπων, όταν σχεδόν την επιπλήτει λέγοντας εν ολίγοις ότι απεκόμισε την εντύπωση ότι η Βουλή είχε στην υπόθεση εκείνη σαν απώτερο σκοπό και σαν αυτοσκοπό της, άλλο από εκείνο που της επιτάσσει το Σύνταγμα, δηλαδή την προστασία των ατομικών συνταγματικών δικαιωμάτων των πολιτών και προχωρεί έτσι στην ευθεία παραβίαση του ανεξάρτητα από την επέμβαση που συνεπάγεται αυτό σε ένα θεμελιώδες συνταγματικό ανθρώπινο δικαίωμα.

Υπόθεση Κλεάνθους και άλλοι ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου 29/8/91 ==> «Ακόμη σημαντικότερο οι υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 28 και γενικότερα το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος και η εκπλήρωση τους, αποτελεί αναλλοίωτη και διαχρονική υποχρέωση κάθε αρχής και οργάνου της Δημοκρατίας, όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 35. Δε χωρεί συμβιβασμός με τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του ανθρώπου, είτε από το ίδιο το άτομο ή από αρχή ή όργανο της Δημοκρατίας.»

Υπόθεση Ηλία Κυριακίδη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργικού Συμβουλίου 26/11/1997

«Απόκλιση από τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στην Πολιτεία το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος (Κατοχύρωση Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών) δεν χωρεί. Η εκπλήρωση τους αποτελεί αναλλοιώτη και διαχρονική υποχρέωση κάθε αρχής και οργάνου της Δημοκρατίας όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 35 Σ.»

 

 

Αλήθεια, ποια πρέπει τότε να είναι η αντίδραση της Δικαστικής Εξουσίας που είναι ο κύριος θεματοφύλακας της Συνταγματικής τάξης σε μια δημοκρατική κοινωνία, έναντι ενός οποιουδήποτε υποδεέστερου της νομοθετικής εξουσίας διοικητικού οργάνου το οποίο αυθαίρετα και αδιαφορώντας για τις Συνταγματικές επιταγές τις παραβιάζει ασύστολα τσαλαπατώντας τις; Προσωπικά θεωρώ ότι η Δικαστική Εξουσία  πρέπει να είναι αμείλικτη και να εξαντλήσει την αυστηρότητα της πάνω στο πολιτειακό κρατικό εκείνο όργανο που δεν σέβεται την Συνταγματική τάξη και αυθαιρετεί έναντι των πολιτών. 

Ας δούμε λοιπόν αν στην υπόθεση μας η αστυνομία, ένα σαφέστατα υποδεέστερο της Νομοθετικής Εξουσίας όργανο του Κράτους που θεωρείται ο προασπιστής της Συνταγματικής τάξης σεβάστηκε το Σύνταγμα και τους νόμους που πηγάζουν από αυτό.

Είναι ξεκάθαρο ότι ο λόγος για τον οποίον εισέβαλε η αστυνομία στον χώρο της διαδήλωσης είναι αποκλειστικά και μόνο η ρίψη ενός μπουκαλιού με κόκκινη μπογιά που απλώς έσπασε στο περιτοίχισμα της πρεσβείας.

Το ίδιο το Πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφασή του στην σελίδα 16 γραμμή 14 λέει:

«Η αστυνομία αντέδρασε μόνο όταν ερίφθη μπουκάλι με μπογιά στον τοίχο της

Σχολιάστε

Filed under "δικαιοσύνη", Κύπρος=Το βασίλειο της αναξιοκρατίας, Παγκόσμιο Σύστημα-Αλήθειες κρυμμένες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s